Την ανάγκη μιας βαθιάς και γενναίας θεσμικής αναμόρφωσης της χώρας έθεσε στο επίκεντρο της ομιλίας του ο Αλέκος Παπαδόπουλος, πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ, μιλώντας σε εκδήλωση του Ινστιτούτου για τη Σοσιαλδημοκρατία.
Ο κ. Παπαδόπουλος τόνισε ότι οι παθογένειες του ελληνικού κράτους και της δημόσιας διοίκησης δεν αποτελούν σύγχρονο φαινόμενο, αλλά διαχρονικό πρόβλημα που επαναλαμβάνεται σχεδόν απαράλλακτο από τον 19ο αιώνα έως σήμερα. Όπως επισήμανε, οι ίδιες κριτικές, οι ίδιες αγωνίες και τα ίδια κατηγορητήρια επανέρχονται, γεγονός που αποδεικνύει ότι η νοοτροπία και οι πρακτικές του πολιτικού συστήματος παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες.
Αναφερόμενος στην εμπειρία του από το Υπουργείο Οικονομικών, υπογράμμισε ότι το πραγματικό δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας δεν ήταν ούτε το έλλειμμα ούτε το χρέος, αλλά το ίδιο το πολιτικό σύστημα, το οποίο –όπως είπε– παράγει διαρκώς ανεκπλήρωτες προσδοκίες, ανεξέλεγκτες δαπάνες και πολιτικές επιλογές με μοναδικό κριτήριο το πολιτικό κόστος και τις δημοσκοπήσεις. «Το πολιτικό σύστημα είναι το ίδιο το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ως υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης, ο πρώην υπουργός ανέδειξε τις χρόνιες αδυναμίες της κρατικής μηχανής, της αυτοδιοίκησης και των δημόσιων οργανισμών, σημειώνοντας ότι ακόμη και οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες συχνά ακυρώθηκαν στην πράξη από την πολιτική ιδιοτέλεια, την ασυνέχεια και την αδράνεια. Παράλληλα, καυτηρίασε τη λογική του πελατειακού κράτους, τονίζοντας ότι το πολιτικό σύστημα αντιμετώπισε διαχρονικά τη δημόσια διοίκηση ως δεξαμενή ψηφοφόρων, υπονομεύοντας την αξιοκρατία και συνθλίβοντας συνειδήσεις και ικανό ανθρώπινο δυναμικό.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συνταγματική μονιμότητα, επισημαίνοντας ότι αυτή θεσπίστηκε για την προστασία της διοίκησης και όχι για να λειτουργεί ως άλλοθι ατιμωρησίας. Παράλληλα, κατέκρινε τις παρωχημένες αντιλήψεις που –όπως είπε– αναγόρευσαν τον εκσυγχρονισμό σε ιδεολογικό εχθρό, καθηλώνοντας τη χώρα.
Ο Αλέκος Παπαδόπουλος ξεκαθάρισε ότι η σκληρή του κριτική δεν συνιστά πλήρη απαξίωση του πολιτικού συστήματος, αναγνωρίζοντας τόσο τη δική του συμμετοχή και ευθύνη όσο και τα σημαντικά επιτεύγματα της μεταπολίτευσης. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η πραγματική απαξίωση προκύπτει από την ανοχή και τη σύμπραξη στα συνεχιζόμενα λάθη και όχι από την αυστηρή κριτική.
Θέτοντας ως κορυφαία προτεραιότητα τη «θεσμική αναθέσμιση» της χώρας, τόνισε ότι καμία σοβαρή μεταρρύθμιση σε κρίσιμους τομείς –όπως η οικονομία, η δικαιοσύνη, η παιδεία ή το δημογραφικό– δεν μπορεί να ευδοκιμήσει αν προηγουμένως δεν αλλάξει το πολιτικό σύστημα που τις υπονομεύει. Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτήρισε τη συνταγματική αναθεώρηση ως «μεγάλη ευκαιρία» για ουσιαστικές τομές και όχι για μικρές, παραπλανητικές προσαρμογές.
Μεταξύ των προτάσεών του, ανέδειξε την ανάγκη ενίσχυσης του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, την αποκατάσταση θεσμικών ισορροπιών απέναντι στο πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο, καθώς και την καθιέρωση Γερουσίας ως δευτεροβάθμιου νομοθετικού σώματος, που θα λειτουργεί ως σοβαρό θεσμικό αντίβαρο. Παράλληλα, υποστήριξε την κατάργηση του σταυρού προτίμησης, τον οποίο χαρακτήρισε βαθιά ρίζα της πελατειακής συναλλαγής.
Σε πιο γενικό πολιτικό επίπεδο, προειδοποίησε ότι η χώρα θα βρεθεί ξανά μπροστά σε δύσκολα χρόνια και ότι χωρίς πειθαρχία, αυτογνωσία και σοβαρή θεσμική ανασυγκρότηση, η ελληνική κοινωνία κινδυνεύει να οδηγηθεί σε παραίτηση και μηδενισμό. Όπως σημείωσε, η χρεοκοπία δεν δίδαξε την αναγκαία αυτοσυνειδησία ούτε στο πολιτικό σύστημα ούτε στην κοινωνία.
Κλείνοντας, επισήμανε ότι το καθήκον μιας σύγχρονης ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας δεν εξαντλείται στην υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους, αλλά οφείλει να θέσει ως πρώτη προτεραιότητα τη θεσμική ανανέωση της χώρας. Μόνο έτσι, όπως είπε, μπορεί να αναγεννηθεί η ελπίδα και να επανενεργοποιηθεί η κοινωνία απέναντι σε μια εποχή που –όπως χαρακτηριστικά ανέφερε– «κερδίζει εντυπώσεις αλλά χάνει συνειδήσεις».



















