Συντάκτης
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΒΑΣΙΑΔΗΣ
Η τρέχουσα προεκλογική επικαιρότητα και τα ζέοντα ζητήματα της εγχώριας αλλά και της διεθνούς πολιτικής σκηνής, είχαν ως αποτέλεσμα να περάσει υποτονικά η Παγκόσμια Ημέρα Υγείας, η οποία καθιερώθηκε να τιμάται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, στις 7 Απριλίου.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας που αποτελεί εξειδικευμένο Οργανισμό του ΟΗΕ με αρμοδιότητα την Δημόσια Υγεία, ιδρύθηκε στις 7 Απριλίου 1948 και έχει ως κύρια αποστολή, την διατήρηση του υψηλότερου επιπέδου Υγείας για όλους τους λαούς του κόσμου.
Στις αρμοδιότητες του περιλαμβάνονται η υποστήριξη της καθολικής περίθαλψης, η παρακολούθηση των κινδύνων για τη δημόσια υγεία, ο συντονισμός της αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και η βελτίωση της ανθρώπινης υγείας και ευημερίας.
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Υγείας επισημαίνεται η ιδιαιτερότητα που δοκιμάζει τις αντοχές και την απόδοση του υγειονομικού συστήματος στη χώρα, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται σε διαρκή κινητικότητα και όλα τα ζητήματα που αφορούν τις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες και λειτουργίες.
Μετά την πρόσφατη επιδημική κρίση ο τόπος βιώνει την αμείλικτη πραγματικότητα της επόμενης ημέρας, με τα σοβαρά προβλήματα να είναι περισσότερο από ποτέ υπαρκτά, δραματικά, επίκαιρα και πιεστικά.
Η σοβούσα πολεμική σύρραξη στην ευρύτερη περιοχή, τα μείζονα εθνικά ζητήματα, η ενεργειακή κρίση, καθώς και τα ζέοντα κοινωνικά προβλήματα,αποτελούν και τους οδοδείκτες μέσω των οποίων υποχρεούται η χώρα να πορευτεί μεσούσης της προεκλογικής περιόδου αλλά και την επόμενη ημέρα.
Κορυφαίας σημασίας κοινωνικό ζήτημα παραμένει η Υγεία, όπως διαμορφώνεται μετά την επιδημική κρίση που χαρακτηρίστηκε ως η πλέον δραματική, από όλες όσες έχουν βιώσει η Κοινωνία και οι Ιατροί, από πολλά χρόνια.
Η επιδημική κρίση βρήκε το Σύστημα Υγείας της χώρας δεσμευμένο με τις συνέπειες των μνημονιακών πολιτικών που εφαρμόστηκαν από την πολιτεία, οι οποίες έχουν υποβαθμίσει δραματικά την ιατρική απασχόληση όπως αυτή υπήρχε και κάλυπτε τις ανάγκες περίθαλψης των πολιτών, τα προηγούμενα χρόνια.
Αυτή η πραγματικότητα που προϋπήρχε της επιδημικής κρίσης και επιδεινώθηκε κατά την διάρκεια της, οδήγησε συστηματικά τους νέους κυρίως Ιατρούς που αντιμετώπιζαν το ζοφερό φάσμα της ανεργίας και της περιφρονητικής υποβάθμισης τους, παρά τα ατέλειωτα και επίπονα χρόνια σπουδών, ειδικοτήτων και εξειδικεύσεων, προς αναζήτηση αξιοπρεπών συνθηκών απασχόλησης σε άλλες χώρες.
Αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου είναι, η χώρα μας να εξακολουθεί να καταγράφει τον μεγαλύτερο αναλογικά αριθμό μεταναστών Ιατρών σε όλη την Ευρώπη, σε μια συγκυρία που μετά την επιδημική κρίση, έχει περισσότερο από ποτέ ανάγκη των υπηρεσιών τους.
Η πολιτεία παρά την επίκληση της «μετά την επιδημία εποχής», εξακολουθεί να πορεύεται σε συνθήκες οικονομικής κρίσης με περιορισμένες τις λειτουργικέςδαπάνες των δημόσιων νοσοκομείων, την δυσχέρεια των ιατρικών προσλήψεων και την μισθολογική καθήλωση του στελεχιακού δυναμικού.
Αυτή η κατάσταση σε συνδυασμό με τις διαρκώς επιδεινούμενες συνθήκες εργασίας, προσδίδει χαρακτηριστικά ηρωισμού και αυτοθυσίας στο υγειονομικό προσωπικό, κατά την ευσυνείδητη άσκηση του καθήκοντος, προκειμένου να λειτουργούν με στοιχειώδη επάρκεια τα δημόσια νοσοκομεία.
Εν κατακλείδι και εν όψει των δρομολογηθεισών πολιτικών εξελίξεων, ανακύπτει έντονα η αναγκαιότητα να προβλεφθεί η λήψη γενναίων μέτρων αναβάθμισης, ώστε να αναταχθούν οι συνθήκες υποβάθμισης των δημόσιων νοσοκομείων, κάτω από το βάρος της υποχρηματοδότησης, της υποστελέχωσης και της υποβαθμισμένης προστασίας του προσωπικού.
Σε συνθήκες υποβάθμισης εξακολουθεί να πορεύεται και η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.
Η επόμενη περίοδος της επιδημικής κρίσης βρίσκει τα Κέντρα Υγείας και τις ΤΟΜΥ σε υποβάθμιση και υποστελέχωση κατά αναντίστοιχο για την περίθαλψη των πολιτών τρόπο, ενώ το όραμα του Προσωπικού Ιατρού παραμένει ανεκπλήρωτο. Οι αυτοαπασχολούμενοι ελευθεροεπαγγελματίες ιατροί αντιμετωπίζουν την δραματική εξέλιξη της επαγγελματικής τους προοπτικής, με τις οφειλές του Δημόσιο


















