ΜΕΓΑΛΗ Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ
Σε έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, με ανερχόμενη μάλιστα δυναμική εξελίσσονται οι υδατοκαλλιέργειες. Πρόκειται για έναν κατ’ εξοχή εξαγωγικό κλάδο, με κυρίαρχα είδη την τσιπούρα και το λαβράκι. Η δυναμική του κλάδου επιβεβαιώνεται και στατιστικά: Σύμφωνα με ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ το 2021 η συνολική παραγωγή των εκτρεφόμενων ειδών εμφάνισε αύξηση 8,1%, ενώ αντίστοιχα η αξία τους αυξήθηκε κατά 15,1%!
Τα εκτρεφόμενα είδη συμβάλλουν σε μεγάλο μέρος στην επισιτιστική ασφάλεια της χώρας, όμως όπως είχε δηλώσει πρόσφατα και ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Γ. Γεωργαντάς, είναι ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος παραγωγικός κλάδος της πρωτογενούς παραγωγής τα προϊόντα του οποίου σε ποσοστό 80% εξάγονται σε περισσότερες από 40 χώρες του κόσμου.
Οι επιδόσεις του κλάδου είναι πολύ σημαντικές και αισιόδοξες και για την οικονομία της Ηπείρου, καθώς στα γεωγραφικά της όρια δραστηριοποιούνται πολύ μεγάλες μονάδες. Από τις μονάδες που έχουν αναπτυχθεί στη Θεσπρωτία π.χ. προέρχεται το 12,5% της Ελληνικής παραγωγής σε τσιπούρα και λαβράκι, που στη συντριπτική του πλειοψηφία εξάγεται.
Το στοιχείο αυτό δικαιολογεί σε απόλυτο βαθμό τις έντονες αντιδράσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν στην προοπτική εγκατάστασης μονάδας πετρελαιοειδών στο χώρο που είναι εγκατεστημένες ήδη οι μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας, καθώς είναι εύλογες οι ανησυχίες για τον κίνδυνο υποβάθμισης της παραγωγής. Και έχει χρέος η Πολιτεία να λάβει υπόψη και την περιβαλλοντική, αλλά και την οικονομική διάσταση του ζητήματος και να μην επιτρέψει την εγκατάσταση τέτοιου είδους μονάδων κοντά σε ιχθυοκαλλιέργειες.
Άλλωστε οι υδατοκαλλιέργειες είναι ένας κλάδος που στηρίζει τις τοπικές οικονομίες και δημιουργεί θέσεις απασχόλησης σε απομακρυσμένες από τις πόλεις «νησίδες» ή ακόμη και σε νησιωτικές περιοχές.
Τσιπούρα και λαβράκι
Η τσιπούρα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ κατέχει τα πρωτεία σε ποσότητα και αξία, με το λαβράκι να ακολουθεί και μάλιστα με επιταχυνόμενη δυναμική. Συγκεκριμένα το 2021, η παραγωγή τσιπούρας ανήλθε σε 67.058 τόνους αυξημένη κατά 7,7% σε σχέση με το 2020, ενώ για το λαβράκι ανήλθε σε 51.231 τόνους, αυξημένη κατά 24,4% σε σχέση με το 2020. Όσον αφορά την αξία, αυτή το 2021 παρέμεινε σχεδόν σταθερή για την τσιπούρα ήτοι 294.634 χιλιάδες ευρώ, αυξημένη κατά 1,7% σε σχέση με το 2020, ενώ για το λαβράκι ανήλθε σε 275.286 χιλιάδες, αυξημένη κατά 31,6% σε σχέση με το 2020.
Εξαγωγική δυναμική παρουσίασαν επίσης και άλλα είδη ψαριών, όπως ο κέφαλος, το μαγιάτικο, το φαγκρί και το αυγοτάραχο κέφαλου. Στα οστρακοειδή κυριάρχησαν τα μύδια με 13.508 τόνους, με σημαντική μείωση κατά 22,7% σε σχέση με το 2020.
Προβληματισμός για την πέστροφα
Ένα θέμα που αναδεικνύεται και έχει Ηπειρωτικό ενδιαφέρον από τα στοιχεία που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ αφορά την παραγωγή γόνου από εκκολαπτήρια και εκτροφεία. Συγκεκριμένα αφορά την πέστροφα, καθώς διαπιστώθηκε μείωση παραγωγής γόνου κατά 8,5% το 2021 σε σχέση με το 2020. Σε απόλυτο αριθμό ο γόνος ανήλθε σε 6.209 χιλιάδες ιχθύδια το 2021, έναντι 6.789 ιχθυδίων το 2020. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με την «απουσία» της πέστροφας από τη λίστα με τα ψάρια που έχουν μεγάλο όγκο παραγωγής, προβληματίζει ως προς τις προοπτικές που έχει η πεστροφοκαλλιέργεια στην Ήπειρο, στην οποία υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν πολύ καλές μονάδες, οι οποίες όμως από ότι φαίνεται δεν έχουν αποκτήσει τη δυναμική που θα μπορούσαν.
Η παραγωγή γόνου είναι μια σημαντική παράμετρος ανάπτυξης του κλάδου, ο οποίος έχει πληγεί από τη διακοπή λειτουργίας εδώ και χρόνια του Ιχθυογεννητικού Σταθμού Λούρου, τον οποίο πρόσφατα έχει ζητήσει να αναλάβει η Περιφέρεια. Εξίσου σοβαρό πρόβλημα είναι και το ζήτημα της αδειοδότησης των μονάδων πεστροφοκαλλιέργειας, που έχει «κολλήσει» σε γραφειοκρατικά «γρανάζια». Αν δεν λυθεί αυτό, τότε είναι πολύ δύσκολο έως και αδύνατο να εκμεταλλευτούν οι πεστροφοκαλλιεργητές τα ευρωπαϊκά κονδύλια για τον εκσυγχρονισμό και αναβάθμιση των εγκαταστάσεών τους, που είναι απαραίτητο ώστε να αυξηθεί η παραγωγή.
Η στήριξη και ανάπτυξη της πεστροφοκαλλιέργειας, είναι σημαντική και για έναν ακόμη λόγο: Οι μονάδες είναι κατά βάση μικρής δυναμικότητας και οικογενειακές, με πολύ θετικό απόηχο και αντίκτυπο στις τοπικές κοινωνίες που αναπτύσσονται, αντίθετα με τις μονάδες για τσιπούρα- λαβράκι κ.α. που απαιτούν μεγάλες επενδύσεις


















