Σχεδόν δύο χρόνια μετά την έκπτωσή τους, οι αιρετοί του Δήμου Ηγουμενίτσας που είχαν κηρυχθεί έκπτωτοι λόγω οφειλών προς τη ΔΕΥΑΗ και τον Δήμο, και παρέμεναν στις θέσεις τους μετά από ασφαλιστικά μέτρα, δικαιώθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ανατρέποντας τα δεδομένα μιας υπόθεσης που είχε προκαλέσει έντονες πολιτικές και θεσμικές αναταράξεις στην περιοχή.
Η υπόθεση είχε ξεκινήσει τον Απρίλιο του 2024, όταν, ύστερα από καταγγελία στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας, διαπιστώθηκε ότι δημοτικοί και τοπικοί σύμβουλοι του Δήμου Ηγουμενίτσας αντιμετώπιζαν ζήτημα εκλογιμότητας λόγω οφειλών άνω των 300 ευρώ. Μετά από διασταύρωση στοιχείων, ο έλεγχος περιορίστηκε σε εννέα.
Στις 10 Μαΐου 2024, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας εξέδωσε διαπιστωτική πράξη έκπτωσης πέντε δημοτικών και εννέα τοπικών συμβούλων. Μεταξύ των πέντε δημοτικών συμβούλων περιλαμβάνονταν και τρεις αντιδήμαρχοι, καθώς κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους, στις 2 Ιανουαρίου 2024, φέρονταν να διατηρούν οφειλές προς τον Δήμο και νομικά του πρόσωπα.
Σύμφωνα με τη νομοθεσία, οι αιρετοί όφειλαν να έχουν ρυθμίσει ή εξοφλήσει τις οφειλές τους εντός δέκα ημερών από την ανακήρυξή τους από το Πρωτοδικείο, ενώ για το συγκεκριμένο έτος είχε δοθεί παράταση έως τις 2 Ιανουαρίου.
Η απόφαση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, με ορισμένους από τους έκπτωτους να προσφεύγουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, υποστηρίζοντας ότι δεν είχαν λάβει έγκαιρη ενημέρωση για τις οφειλές τους.
Ανάλογες περιπτώσεις είχαν καταγραφεί την ίδια περίοδο και στον Δήμο Νικολάου Σκουφά στην Άρτα.
Με τελεσίδικη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2026, κρίθηκε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν θεμελιώνει νομικά την έκπτωση, δικαιώνοντας τους προσφεύγοντες, σε μια υπόθεση με έντονο πολιτικό και διοικητικό αποτύπωμα.


















