Του π. Ηλία Μάκου
Το σινάφι των καλαντζήδων (γανωτζήδων) της Μουργκάνας, αποτελεί μια πρωτότυπη κοινωνική τάξη ταξιδεύοντος βιοτεχνισμού στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια.
Ξεκίνησε από ορεινά χωριά των Φιλιατών στη Θεσπρωτία, στα ελληνοαλβανικά σύνορα.
Οι πρώτοι καλαντζήδες εμφανίζονται στα μέσα του 18ου αι. στο Μπαμπούρι των Φιλιατών, γι’ αυτό και ονομάστηκε «καλαντζομάνα».
Από το Μπαμπούρι επεκτάθηκε η καλαντζήδικη τέχνη και σε άλλα χωριά της περιοχής της Μουργκάνας (Τσαμαντά, Πόβλα, Λειά, Λίστα, Γλούστα, Αγίους Πάντες, Ξέχωρο, Φατήρι, Λίμποβο) και σε μικρότερη έκταση στα υπόλοιπα χωριά της επαρχίας Φιλιατών.
Στο ταξίδι τους διέσχιζαν όλη την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο.
Και όσοι απ’ αυτούς κουράζονταν από τα πήγαινε – έλα σταματούσαν και έμεναν μόνιμα σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, όπου και εξελίχτηκαν σε προοδευμένους επαγγελματίες.
Παλιότερα υπήρχαν αρκετοί και στα Γιάννινα. Οι καλαντζήδες επικολλούσαν στα οξειδωμένα χάλκινα μαγειρικά σκεύη κασσίτερο (καλάι) και έτσι τα έκαναν κατάλληλα πάλι για οικιακή χρήση ορισμένου όμως χρόνου, αφού χρειάζονταν να «καλαϊστούν» ξανά, ώστε να είναι ακίνδυνα κατά το μαγείρεμα των φαγητών. Έφευγαν, κυρίως την Άνοιξη, σε ομάδες 3-4 ατόμων, μεταξύ των οποίων απαραίτητα υπήρχε και ένας (τουλάχιστον) μαθητευόμενος. Άλλαζαν ρούχα στο ξεκίνημα του ταξιδιού τους και ξανάλλαζαν κατά την επιστροφή τους, τον Αϊ Δημήτρη (τον Οκτώβριο).
Φορούσαν κάποιου είδους παπούτσια οι μαστόροι και ξυπόλυτοι, κατά κανόνα, ήταν οι μαθητευόμενοι, οι οποίοι κουβαλούσαν στην πλάτη τους και το μεγαλύτερο φόρτωμα των εργαλείων της καλαντζήδικης τέχνης, που ήταν και το τίμημα για να μπορέσουν να μάθουν την τέχνη του καλαντζή. Έστηναν το συνεργείο τους σε αχυροκαλύβες ή σε ακατοίκητα παλιόσπιτα, που χρησιμοποιούσαν και ως εργαστήρι και ως χώρο για να κοιμηθούν.
Αν δεν υπήρχαν χαλκώματα προχωρούσαν για το επόμενο χωριό. Έτσι κυλούσε το εξάμηνο ταξίδι τους.
Ηλικιωμένος, που ζει στα Γιάννινα, αναφέρει: “Πριν από πολλά χρόνια επισκεπτόμουν τον μπάρμπα Κώστα για να «γανώσει» τα «χαλκώματα» του σπιτιού – κατσαρόλες, τηγάνια, ταψιά, τεντζερέδες (κακάβια), νταβάδες. Ήταν γείτονάς μου τότε ο μπάρμπα-Κώστας, που κατάγονταν από τα χωριά του Καλαμά. Πάντοτε «μουτζουρεμένος» απ’ τη δουλειά…”. Και προσθέτει: “Ο «γανωτής» θέρμαινε πρώτα τα σκεύη, ώστε να καούν από τις γωνιές τα μαύρα και να φύγει το παλιό καλάϊ. Μετά το κάψιμο γίνονταν με σπόγγο επάλειψη με βιτριόλι (κεζάπι), για να φουσκώσουν τα καμμένα μαύρα και με το πρώτο πλύσιμο και τρίψιμο, με ψιλή άμμο, όλο το σκεύος ήταν πλέον έτοιμο να «γανωθεί». Ετοίμαζε από νωρίς υδροχλωρικό οξύ (κεζάπι) μέσα σε γυάλινο μπωλ – ποσότητα ανάλογη με το σκεύος (που ήταν για «γάνωμα») – και με το ψαλίδι έκοβε τσίγγο (ψευδάργυρο) και τον έριχνε μέσα στο μπωλ. Ο τσίγγος έβραζε μέσα στο κεζάπι και έλιωνε. Τότε το κεζάπι δεν είχε εκείνη τη «σπιρτάδα», και μ’ αυτό έκανε την τελευταία επάλειψη στο σκεύος. Μετά έπιανε το σκεύος με το ξυλάβ και το έβαζε στη φωτιά. Με το μαχάνι (το φυσερό), παράλληλα, υποδαύλιζε τη φωτιά. Έβγαιναν τότε χρώματα κόκκινα, κίτρινα, πράσινα, πορτοκαλιά, χρυσαφένια, ασημένια, πύρινες γλώσσες στο κενό, ιδίως όταν έπεφτε το νησατίρ, πάνω στη φωτιά την ώρα της δουλειάς. Δίπλα από τη φωτιά είχε το ταψί και εκεί μέσα έριχνε τα ψήγματα που περίσσευαν από το καλάϊ, για να επαναχρησιμοποιηθούν. Όταν τελείωνε το «γάνωμα» και κρύωνε το σκεύος, «έστριβε» με το σπόγγο κάτω τον πάτο του, δημιουργώντας αστράκια ασημένια. Τότε τα σκεύη έλαμπαν… Τώρα όλα αυτά «έφυγαν» μαζί με τους τεχνίτες «γανωτές», τους καλαντζήδες…”.
Ο Δημήτρης Κοράκης, περιγράφει περιστατικό με καλαντζή: “Οι περισσότεροι καλαντζήδες δεν περίμεναν μόνο τους μουστερήδες (πελάτες) να πάνε στο εργαστήρι τους, αλλά με ένα μεγάλο σάκο από ζιάκα τριγύριζαν από γειτονιά σε γειτονιά φωνάζοντας με δυνατή φωνή: «Ο καλαν- τζήηηηηηης». Οι νοικοκυρές, που τον άκουγαν έβγαιναν στην πόρτα των σπιτιών τους και τον καλούσαν να του δώσουν το χάλκινο σκεύος, που ήθελε καλάισμα. Η καλαντζήδικη εργασία ήταν και είναι σκληρή, δύσκολη, τραχιά και βρώμικη, γι’ αυτό πάντα σχεδόν ο καλαντζής ήταν κουρασμένος και μαυρισμένος στα χέρια του κυρίως. Έχω ζήσει από κοντά τη δουλειά του καλαντζή μερικά καλοκαίρια όταν ήμουν μικρός στο σπίτι μας, που ήταν στο μέσον σχεδόν του μποστανιού μας στη γειτονιά του Άη – Γιώργη του Νεομάρτυρα στα Γιάννινα.
Το πρώτο απ’ αυτά τα καλοκαίρια ήρθε, μετά από σύσταση, ένας σαραντα- πεντάρης άντρας με έναν μεγάλο τροβά στην πλάτη, φτωχικά ντυμένος και φορούσε παπούτσια στα πόδια του χωρίς κάλτσες. Ζήτησε τον πατέρα μου κι ύστερα κάθισε στην αυλή, που ήταν μπροστά στο σπίτι και σ’ όσους από την οικογένεια μου ήμασταν εκεί μας είπε ότι είναι πλανόδιος καλαντζής και έρχεται από το χωριό του που λέγεται Τσαμαντάς. Όπως όλοι οι καλαντζήδες, μας είπε, οι περισσότεροι που είναι από χωριά της Μουργκάνας, ξεκίνησε κι αυτός από το χωριό του στο τέλος της άνοιξης κι από χωριό σε χωριό καλαϊλίζοντας χαλκώματα έφτασε στα Γιάννινα. Ένας φίλος του πατέρα μου του σύστησε να έρθει σπίτι μας, γιατί είχαμε πολλά χάλκινα σκεύη, επειδή ήμασταν μεγάλη οικογένεια.
Αυτό ήταν αλήθεια κι έτσι κανόνισε με τους γονείς μου να μας κασσιτερώσει όσα χαλκώματα ήταν οξειδωμένα στήνοντας το πρόχειρο εργαστήρι πιο πέρα από το σπίτι κοντά στην καλύβα – αποθήκη και κάτω από μια γέρικη συκιά για να έχει τη δροσερή σκιά της λόγω της κάψας του καλοκαιριού και της ζέστης της φωτιάς, που άναψε για να ζεσταίνει τα σκεύη και ν’ απλώνει το λεπτό στρώμα του κασσίτερου, που έλιωνε στο ζεστό χάλκωμα.
Για να γίνει αυτό έπρεπε πρώτα να τρίψει πολύ καλά το σκεύος αφού το ζεστάνει αρκετά στη φωτιά ρίχνοντας μια κίτρινη σκόνη που την έλεγαν νισιαντίρ για να διαλυθεί καλύτερα η βρωμιά και η οξείδωσή του. Αν ήταν μικρό το τρίψιμο γινόταν με κομμάτι λινάτσας με τα χέρια, αν όμως ήταν μεγάλο, όπως σινί ή ταψί ή κατσαρόλα ή καζάνι τότε αυτό γινόταν με τα πόδια.
Θυμάμαι, για την τελευταία αυτή δουλειά είχε καρφώσει με το σκεπάρνι στον ασοβάτιστο τοίχο της καλύβας – αποθήκης μας δύο ξύλα σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο και σχετικά κοντά κι αφού έβαλε το μεγάλο χάλκωμα κάτω στο χώμα και κοντά στον τοίχο έβγαλε τα παπούτσια του και πάτησε μέσα σ’ αυτό πάνω στη λινάτσα, που γρηγορότερα είχε ρίξει. Ύστερα με τα χέρια του έπιασε τα δυο μπηγμένα στον τοίχο ξύλα κι αφού στερεώθηκε καλά άρχισε να στριφογυρίζει τον πισινό και τα πόδια του για να γυρίζουν οι πατούσες με τη λινάτσα πέρα – δώθε κι έτσι να γίνει ο καθαρισμός του σκεύους.
Η κίνηση αυτή του πισινού του ήταν τόσο αστεία, που εμείς τα παιδιά, τ’ αδέλφια μου κι εγώ, γελούσαμε ενώ η μάνα με τρόπο μας απομάκρυνε από κει για να μη μας καταλάβει ο καλαντζής. Εγώ όμως τότε κατάλαβα γιατί ο πατέρας μου μας έλεγε, όταν μας έστελνε σε καμιά δουλειά κι εμείς καθυστερούσαμε να πάμε: «Ακόμα δεν πήγατε; Φέρνετε τον κ… σας γύρα σαν του καλαντζή».
Όλη την ημέρα ο γανωτής την περνούσε στο μέρος αυτό του σπιτιού μας όπου είχε στήσει το πρόχειρο εργαστήρι, δουλεύοντας όχι μόνο με τα δικά μας χαλκώματα, αλλά και των νοικοκυριών της γειτονιάς, που είχαν μάθει γι’ αυτόν τον πλανόδιο καλαντζή. Διακοπή έκανε για λίγο το μεσημέρι για να φάει κάτι πρόχειρο ή το φαγητό που του έδινε η μάνα, αφού έπλενε τα χέρια του βγάζοντας νερό με τη τζούμα από το πηγάδι μας. Όσο όμως κι αν έπλενε τα πόδια και τα χέρια του με σαπούνι αυτά ήταν σχεδόν μαύρα…
Όσες μέρες έμεινε κοντά μας τα βράδια κοιμόταν σε ένα φτηνό χάνι (πανδοχείο) στο Γυαλί – Καφενέ.
Όταν τελείωσε το κασσιτέρωμα των δικών μας χαλκωμάτων και των φίλων και γειτόνων έφυγε για να πάει σε άλλα χωριά και όπως μας είπε στο τέλος του Φθινοπώρου, που ο καιρός αρχίζει και χαλάει θα γυρίσει στο χωριό του με τα χρήματα της πολύμηνης και κουραστικής περιπλάνησης, για να ξεχειμωνιάσει με τη φαμίλια του και του χρόνου να ξεκινήσει και πάλι στο τέλος της άνοιξης για την ίδια διαδρομή με τη σκληρή και δύσκολη δουλειά του. Και πράγματι αυτό επαναλήφθηκε και για μερικά ακόμα καλοκαίρια έρχονταν αυτός ο καλός και συμπαθητικός γυρολόγος καλαντζής στο σπίτι μας προσφέροντας με την τέχνη του τις απαραίτητες σε όλους μας υπηρεσίες, γιατί το κασσιτέρωμα των χάλκινων σκευών προστάτευε την υγεία των ανθρώπων”.
Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΝΤΖΗΔΩΝ
Τη δική τους, συνθηματική γλώσσα, μιλούσαν οι καλαντζήδες της Μουργκάνας!
Ο Νικόλαος Νίτσος έστειλε, το 1922, επιστολή στον Μανόλη Τριανταφυλλίδη, όπου διασώζει λέξεις και φράσεις από τη γλώσσα των καλαντζήδων.
Τις λέξεις και τις φράσεις αυτές, που αποτέλεσαν το γλωσσικό ιδίωμα “αλειφιάτικα”, τις χρησιμοποιούσαν για να μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι και να αποφεύγουν τη λογοκρισία της εποχής. Η γλώσσα αυτή, που αποτελείται μόνο από ονόματα, επίθετα και ρήματα, δημιουργήθηκε από ανθρώπους χωρίς, κατά κανόνα, γραμματικές γνώσεις. Πήραν λέξεις από την ελληνική γλώσσα και τις απέδωσαν παραλλαγμένα, έτσι ώστε μόνο οι μυημένοι να μπορούν να μπορούν να αντιλαμβάνονται την έννοιά τους (π.χ. βοζιόνω: βλέπω, εννοώ, γνωρίζω, γιαλακοζούμα: ο καφές, γκόταινα: γυναίκα, γκότης: άνδρας, γκοτόπουλο: γιός, παιδί).



















