Σε τροχιά δυναμικής ανάπτυξης βρίσκεται ο τουρισμός στην Ήπειρο, με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία να επιβεβαιώνουν ότι η περιοχή καταγράφει από τις υψηλότερες αυξήσεις πανελλαδικά. Την ίδια στιγμή όμως, πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς, αναδεικνύονται και διαρθρωτικές αδυναμίες, κυρίως σε ό,τι αφορά τη μέση δαπάνη των επισκεπτών και τη συνολική συμβολή της περιοχής στην τουριστική «πίτα» της χώρας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ για το 2024, η Ήπειρος κατέγραψε αύξηση επισκέψεων κατά 20%, όταν ο πανελλαδικός μέσος όρος δεν ξεπέρασε το 9%. Παράλληλα, οι διανυκτερεύσεις αυξήθηκαν κατά 25% έναντι μόλις 1% σε εθνικό επίπεδο, ενώ και οι τουριστικές εισπράξεις σημείωσαν άνοδο 19% .
Τα μεγέθη αυτά μεταφράζονται σε περίπου 2,1 εκατομμύρια επισκέψεις στην Ήπειρο το 2024, από 1,7 εκατ. το 2023, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή ανοδική πορεία της περιοχής τα τελευταία χρόνια .
Από πού έρχονται οι τουρίστες
Η σύνθεση του τουριστικού ρεύματος στην Ήπειρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σε αντίθεση με άλλες περιοχές της χώρας, όπου κυριαρχούν οι μακρινές αγορές, η Ήπειρος στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε επισκέπτες από γειτονικές χώρες και κυρίως από τα Βαλκάνια.
Ενδεικτικά, η Αλβανία αποτελεί μία από τις βασικές αγορές, με αύξηση 24% την περίοδο 2019–2023, ενώ συνολικά οι περισσότερες αγορές εμφανίζουν θετικό πρόσημο . Ταυτόχρονα, σημαντικό μέρος των επισκεπτών προέρχεται και από την εγχώρια αγορά, γεγονός που διαφοροποιεί το τουριστικό προφίλ της περιοχής.
Το στοιχείο αυτό εξηγεί και ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό: η Ήπειρος έχει χαμηλότερο ποσοστό αλλοδαπών διανυκτερεύσεων σε σχέση με τον εθνικό μέσο όρο, γεγονός που επηρεάζει και τα συνολικά έσοδα .
Παρά τη σημαντική αύξηση, η Ήπειρος εξακολουθεί να κατέχει μικρό μερίδιο στον συνολικό τουρισμό της χώρας. Συγκεκριμένα, συγκεντρώνει περίπου το 5% των επισκέψεων και μόλις το 2% των τουριστικών εισπράξεων σε εθνικό επίπεδο .
Σε απόλυτα μεγέθη, οι εισπράξεις ανήλθαν σε περίπου 394 εκατ. ευρώ το 2024, κατατάσσοντας την Περιφέρεια σε μεσαίες θέσεις μεταξύ των ελληνικών προορισμών .
Το “αγκάθι” της χαμηλής δαπάνης
Το βασικό ζήτημα που αναδεικνύεται από τα στοιχεία είναι η χαμηλή μέση δαπάνη ανά επισκέπτη. Παρά την αύξηση των αφίξεων, η μέση δαπάνη μειώθηκε κατά 1% και παραμένει από τις χαμηλότερες στη χώρα .
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως:
- στο προφίλ των επισκεπτών (γειτονικές αγορές και οδικός τουρισμός),
- στη μικρότερη διάρκεια παραμονής,
- αλλά και στη δομή του τουριστικού προϊόντος της περιοχής.
Παρά τις αδυναμίες, η συνολική εικόνα παραμένει θετική. Η Ήπειρος αναδεικνύεται σε προορισμό τεσσάρων εποχών, αξιοποιώντας τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα: φυσικό περιβάλλον, πολιτισμό και γαστρονομία .
Τα Ιωάννινα, ειδικότερα, ενισχύουν τη θέση τους ως περιφερειακός κόμβος, με αυξανόμενη τουριστική και συνεδριακή δραστηριότητα, ενώ η περιοχή αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη διεθνή αναγνωρισιμότητα .
Η Ήπειρος καταγράφει εντυπωσιακή ποσοτική ανάπτυξη στον τουρισμό, ωστόσο η επόμενη πρόκληση είναι ποιοτική: η αύξηση της δαπάνης ανά επισκέπτη και η διεύρυνση των αγορών στόχου.
Η δυναμική υπάρχει – το ζητούμενο πλέον είναι να μετατραπεί σε βιώσιμη και υψηλότερης αξίας τουριστική ανάπτυξη.



















