Το πένθος δεν ταιριάζει στον Αλέξη… για να παραφράσω τον τίτλο μιας θεατρικής τριλογίας του Ευγένιου Ο’ Νηλ (Mourning becomes Electra)…
Η απόφαση του αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ να παραιτηθεί από την ηγεσία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και να μη διεκδικήσει εκ νέου την αρχηγία στις εσωκομματικές διαδικασίες ανάδειξης από τη βάση του νέου προέδρου και των συλλογικών οργάνων, όπως προβλέπεται από το καταστατικό του κόμματος, έχει συνεπάρει σε έναν επικολυρικό… οδυρμό ακόμα και υποτίθεται σοβαρά, πρωτοκλασάτα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από την αναμενόμενη έκρηξη συναισθημάτων εκφραζόμενη από τα απλά μέλη και τους ψηφοφόρους του κόμματος, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η συγκεκριμένη στάση, σοβαρών υποτίθεται στελεχών του κόμματος, απέναντι σε ένα αμιγώς πολιτικό γεγονός μιας παραίτησης, είναι πλην των άλλων και ύποπτη και παρεξηγήσιμη, γιατί αρκετοί εξ αυτών έκαναν τη ζωή δύσκολη στον Αλέξη Τσίπρα εσωκομματικά και ήταν θεωρητικά, αντίπαλοί του, αφού μπλόκαραν αποφάσεις μετεξέλιξης του κόμματος, εκμεταλλεύτηκαν το χαλαρό των εσωτερικών διαδικασιών και την πολλή δημοκρατία συμβάλλοντας στο θολό στίγμα που για πολλά σοβαρά θέματα, εξέπεμπε ανέκαθεν ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι επικίνδυνο λοιπόν, όλοι αυτοί να κατηγορηθούν από τα απλά μέλη και φίλους του κόμματος που δεν αντιλαμβάνονται εύκολα την πολυπλοκότητα της πολιτικής τριβής, για… κροκοδείλια δάκρυα.
Είναι λογικό να προκαλεί θλίψη και δημόσιο – στη σφαίρα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης τουλάχιστον – θρήνο, μια πολιτική διαδικασία, αποτέλεσμα έξι αλλεπάλληλων εκλογικών ηττών; Και στη χώρα μας, όπως και σε πάμπολλες άλλες φιλελεύθερες δημοκρατίες, είναι κοινή πρακτική η παραίτηση έστω και μετά από μία μόνο εκλογική ήττα ενός κόμματος, εξουσίας ή μη. Τα κόμματα υποτίθεται πως δημιουργούνται για να υπηρετήσουν κοινωνικές ανάγκες, ενίοτε αυτή η αναγκαιότητα εκλείπει ή υπηρετείται αποτελεσματικότερα από μια άλλη πολιτική δύναμη και πολύ φυσιολογικά κλείνει ο ιστορικός κύκλος των κομμάτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ για παράδειγμα, ήρθε το 2010 με… φόρα (για να δανειστώ και μια αγαπημένη φράση της πρώην εκπροσώπου τύπου του ΣΥΡΙΖΑ), για να ηγεμονεύσει στο χώρο της Κεντροαριστεράς, έναν χώρο που ανήκε από το 1981 και για τριάντα περίπου χρόνια στο ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ το 2015, έφτασε σε ιστορικά χαμηλά, ένα βήμα πριν την εξαΰλωση αλλά, ως σήμερα τουλάχιστον, άντεξε.
Το 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ έλαβε ένα πολύ γενναιόδωρο μήνυμα από το 31,53% των Ελλήνων, που όμως δεν αξιοποίησε σωστά, χάρη και στον παραιτηθέντα σήμερα αρχηγό του. Επαναπαυμένοι στο καλό ποσοστό εκείνων των εκλογών, η ηγεσία και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ πίστεψαν πως με τη λογική του ώριμου φρούτου, ό,τι είδους αντιπολίτευση και αν ασκούσαν την επόμενη τετραετία, το αργότερο το 2023, θα ερχόταν ξανά η σειρά τους… Δε λογάριασαν σωστά όμως, γιατί ο λαός αξιολογεί στις εκλογές και την κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Και στο ΣΥΡΙΖΑ, στις εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου, ο λαός έβαλε βαθμό κάτω από τη βάση.
Αν λοιπόν, τα κόμματα συνεχίζουν να έχουν τη στήριξη του κόσμου, τα πρόσωπα που τα υπηρετούν είναι δευτερεύον ζήτημα. Αυτό για την Αριστερά τουλάχιστον, είναι αρχή που σε ένα αρχηγοκεντρικό κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, το ξέχασαν πολύ εύκολα, ίσως και εξαιτίας της απουσίας λαμπερών υποψήφιων διαδόχων του Αλέξη. Γι’ αυτό και σήμερα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα κύμα… θρήνου, λες και ένα δικτατορικό καθεστώς έχασε τον ισόβιο αρχηγό του.
Ο θρήνος όμως, δεν ταιριάζει ούτε στον Αλέξη – πολύ περισσότερο δεν ταιριάζει στο ΣΥΡΙΖΑ, όπως υποστήριξα – γιατί είναι ένας από τους μακροβιότερους πολιτικούς αρχηγούς της Ελλάδας, ο ελληνικός λαός τον τίμησε με την ύψιστη εντολή, και όφειλε πολύ νωρίτερα, να εμφανιστεί και να είναι έτοιμος για τις δύσκολες αποφάσεις, μιας και το αποτέλεσμα των δεύτερων εκλογών, λίγο πάνω, λίγο κάτω, ήταν προδιαγεγραμμένο από τις 21 Μαΐου. Αυτό που έδειξε όμως, την περασμένη Κυριακή, ήταν η απόφασή του να παραμείνει με κάθε τρόπο στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.
Έστω και καθυστερημένα λοιπόν, αντιλήφθηκε πως ο ΣΥΡΙΖΑ με τον ίδιο αρχηγό, δεν πρόκειται να ανακάμψει. Και ο ΣΥΡΙΖΑ όμως, χωρίς τον Τσίπρα αρχηγό φαίνεται σήμερα, εξαιρετικά δύσκολο να επιβιώσει, αν και αυτό εξαρτάται από πολλούς και εξωγενείς παράγοντες, πέραν των αναγκαίων σαρωτικών αλλαγών στη φιλοσοφία και στη λειτουργία του κόμματος, όπως για παράδειγμα η πορεία της νέας κυβέρνησης και η σοβαρότητα που απαιτείται να δείξει το ΠΑΣΟΚ ως αντιπολιτευτικός πόλος, αν θέλει πραγματικά, να είναι αυτός που θα διεκδικήσει από το χώρο της Κεντροαριστεράς σε τέσσερα χρόνια, τη διακυβέρνηση της χώρας. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει αυτά που πρέπει – αυτά που δεν έκανε μετά το 2019 – μπορεί να ανακάμψει, ακόμα και υπό την ηγεσία ενός στελέχους που σήμερα δεν πολυγεμίζει το μάτι… Άλλωστε, ποιος πίστεψε ότι το ΠΑΣΟΚ με τον Κώστα Σημίτη θα κυβερνούσε για δύο γεμάτες τετραετίες, ποιος ανέμενε την πολιτική νεκρανάσταση του Αντώνη Σαμαρά και ποιος έπαιζε τα ρέστα του το 2016, στην υποψηφιότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη, για την αρχηγία της ΝΔ;
Παναγιώτης Μπούρχας



















