Η αντίσταση του Ιράν και το ενεργειακό «μπλακ άουτ» με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ «μπλοκάρει» τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς ΗΠΑ-Ισραήλ
Γράφει ο Παύλος Λ. Αλεξίου
Η επέμβαση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν και ο συνεχιζόμενος πόλεμος προκαλεί «σοκ και δέος» στην ασθμαίνουσα παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, που από το 2008 (Λήμαν Μπράδερς) βρίσκεται με διαλείμματα σε μια βαθιά και παρατεταμένη οικονομική κρίση, προκαλώντας σοβαρές οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις και παγκόσμια αβεβαιότητα. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου πετρελαίου, θέτει σε δοκιμασία τις αντοχές της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς.
Η εκτόξευση της τιμής του πετρελαίου πάνω από τα 120€ το βαρέλι περιορίζει την προσφορά πετρελαίου, ασκεί πιέσεις στα καύσιμα, την ηλεκτρική ενέργεια, τη θέρμανση και τη βιομηχανική παραγωγή, στις θαλάσσιες και εναέριες μεταφορές, αυξάνει τα επιτόκια, μειώνει τις επενδύσεις, τις εξαγωγές και τις τουριστικές ροές (ακυρώσεις και μειωμένες κρατήσεις), απειλεί με νέα κύματα μετανάστευσης, αυξάνει το κόστος στρατιωτικών εξοπλισμών. Οι καθυστερήσεις ή αποκλεισμοί στον Περσικό Κόλπο αυξάνουν ναύλα, ασφάλιστρα και λειτουργικό κόστος για τις ναυτιλιακές εταιρείες ενώ επηρεάζουν άμεσα εισαγωγές πρώτων υλών, σιτηρών και πετροχημικών, πλαστικών και λιπασμάτων, με τεράστιες επιπτώσεις στην αγροτική παραγωγή και στα καρατομημένα εισοδήματα των λαϊκών νοικοκυριών.
Οι αγορές αντιδρούν με πτώση μετοχών, αύξηση χρυσού και δολαρίου ως ασφαλή καταφύγια και πιέσεις στα νομίσματα των αναδυόμενων οικονομιών. Ο πόλεμος πυροδοτεί φόβους για συνδυασμό υψηλού πληθωρισμού και οικονομικής στασιμότητας (στασιμοπληθωρισμός), θυμίζοντας κρίσεις της δεκαετίας του 1970.
Εξαιρετικά ευάλωτη θεωρείται η ευρωπαϊκή οικονομία, με αναλυτές να προειδοποιούν για πιθανή διάλυση της οικονομικής δραστηριότητας έως το 2027, λόγω της ενεργειακής εξάρτησης και του πληθωρισμού. Πόσο μάλλον για την εξαρτημένη ελληνική οικονομία, με μια ήδη διαλυμένη αγροτική παραγωγή και έναν διογκωμένο παρασιτικό τριτογενή τομέα, με μια μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, που θα δεχτεί κι αυτός τα πλήγματα του πολέμου. Το οριστικό μέγεθος των συνεπειών θα εξαρτηθεί βέβαια από τη διάρκεια και την έκβαση των συγκρούσεων, αλλά και από το μέγεθος της εξάπλωσης του πολέμου στις γειτονικές κυρίως χώρες.
Το Ιράν, η 4η μεγαλύτερη δύναμη εξόρυξης πετρελαίου στον κόσμο, εξάγει 1,6 εκ. βαρέλια την ημέρα κυρίως προς την Κίνα. Στην Κίνα, τις Ινδίες και την Κορέα κατευθύνονται επίσης και τα 18 εκ. βαρέλια ημερησίως που εξάγουν οι υπόλοιπες γειτονικές χώρες, τα οποία διέρχονται μέσω των στενών του Ορμούζ. Την Κίνα άλλωστε είχε κυρίως σαν στόχο και η επέμβαση των ΗΠΑ. Μετά τη Βενεζουέλα, ήθελαν να αφαιρέσουν μία ακόμα πηγή φτηνών υδρογονανθράκων από την Κίνα και να αυξήσουν τα κέρδη των αμερικανικών ομίλων, που είναι εξαγωγείς πετρελαίου και LNG.
Το Ιράν με μια ευέλικτη πολιτική βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με χώρες που δεν εμπλέκονται στην επέμβαση, ενώ με το κλείσιμο των Στενών καταρρέουν οι στηριγμένες στην εξαγωγή πετρελαίου – φυσικού αερίου οικονομίες των μοναρχιών του Κόλπου, πράγμα που αποτελεί μείζονα κίνδυνο για την παγκόσμια εφοδιαστική – παραγωγική αλυσίδα. Η Τεχεράνη, επιδεικνύει ιδιαίτερη αντοχή σε σημαντικές πιέσεις από έναν μεγαλύτερο και καλύτερα εξοπλισμένο αντίπαλο. Φαίνεται ότι το Ιράν είναι «σκληρό καρύδι» και αναγκάζει τον Τραμπ σε αλλεπάλληλες παλινωδίες και αναδιπλώσεις, σε σχέση με τους στόχους της επέμβασης αλλά και την τακτική του.
Σε μια πρώτη φάση δήλωσε ότι η κίνηση των δεξαμενόπλοιων θα γίνεται με τη συνοδεία πολεμικών πλοίων, πράγμα που δεν κατέστη δυνατόν. Στη συνέχεια, μη έχοντας άλλες επιλογές, αναγκάστηκε να κάνει έκκληση προς την Κίνα, τη Γαλλία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο να στείλουν πολεμικά πλοία, για μια «συλλογική προσπάθεια» ανοίγματος των Στενών, συναντώντας τις ανοιχτές ή έμμεσες αρνήσεις τους. Οι αρνήσεις αυτές έφεραν σε δύσκολη θέση την πλανηταρχία, αναγκάζοντας τον Τραμπ στη διατύπωση ωμών και κυνικών, εκβιαστικών απειλών: «Είναι απολύτως ορθό οι άνθρωποι που επωφελούνται από τα Στενά να βοηθήσουν ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα συμβεί τίποτα κακό εκεί. Εάν δεν υπάρξει ανταπόκριση ή αν η απάντηση είναι αρνητική, νομίζω ότι αυτό θα είναι πολύ κακό για το μέλλον του ΝΑΤΟ». Έφτασε στο σημείο να προβεί σε άρση αμερικανικών κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο για ένα μήνα, ερχόμενος μάλιστα σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους που διαφώνησαν με την κίνηση αυτή.
Είναι όμως πιθανό ο Τραμπ, εν όψει και των ενδιάμεσων εκλογών, να αναγκαστεί να υποχωρήσει ξανά, όπως έκανε και στο ζήτημα των δασμών την περασμένη άνοιξη, μετά την πτώση των χρηματιστηρίων. Το κόστος του πολέμου ερχόμενο να προστεθεί στο κόστος από τον πόλεμο των δασμών, οξύνει τις αντιθέσεις -όσον αφορά την τακτική- στο εσωτερικό του αμερικανικού χρηματιστηριακού κεφαλαίου και εκθέτει τον Τραμπ περαιτέρω στους δυσαρεστημένους από τον πληθωρισμό ψηφοφόρους του. Για να καθησυχάσει όλους αυτούς δήλωσε κυνικά «Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μακράν ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο, οπότε όταν οι τιμές ανεβαίνουν εμείς βγάζουμε πολλά λεφτά».
Φαίνεται ότι ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός βουλιάζει στο τέλμα και ενός άλλου πολέμου. Η εξασθένησή του, έναντι της Κίνας που καιροφυλακτεί και της Ρωσίας που επωφελείται και από την άνοδο των τιμών σαν πετρελαιοπαραγωγός χώρα, τον καθιστά πιο επικίνδυνο και τυχοδιωκτικό.
Το Δυτικό στρατόπεδο (ΗΠΑ – Ευρώπη) είναι διχασμένο. Η αμήχανη ΕΕ που βρίσκεται στους «μεγάλους χαμένους» του νέου γύρου αυτής της αντιπαράθεσης, έχει πρόσθετες αντιθέσεις στο εσωτερικό της. Έτσι, άλλοι κάνουν έκκληση προς τους πολίτες να μειώσουν την κατανάλωση ενέργειας. Άλλοι διατυπώνουν προτάσεις για πυρηνική ενέργεια, για επαναφορά του λιγνίτη, για αναστολή του συστήματος εμπορίας ρύπων. Αντιθέσεις υπάρχουν και για τον περιβόητο Κάθετο Διάδρομο, στο αμερικανικό σχέδιο στο οποίο πρωτοστατεί η Ελλάδα.
Στο ίδιο μήκος κύματος της υποταγής στα κελεύσματα των ΗΠΑ βρίσκεται και η ελληνική κυβέρνηση που συμμετέχει στον πόλεμο που έχουν εξαπολύσει εναντίον του Ιράν, με τις βάσεις, τα αεροπλάνα, τις φρεγάτες και τους πυραύλους. Οι επιπτώσεις αυτής της πολιτικής φέρνουν τον πόλεμο στη «γειτονιά» μας. Μετακυλίουν το αυξανόμενο κόστος του πολέμου στις πλάτες του λαού. Και δεν αντιμετωπίζονται με τα μέτρα-κοροϊδία που παίρνει η κυβέρνηση, με την θέσπιση «πλαφόν στο ποσοστό κέρδους στα καύσιμα και σε 63 κωδικούς στα σουπερμάρκετ», για την πάταξη δήθεν της «αισχροκέρδειας», όταν οι τιμές σε καύσιμα και τρόφιμα έχουν πάρει φωτιά και η ακρίβεια έχει εκσφενδονιστεί στα ύψη. Η κυβέρνηση δεν τολμάει να περιορίσει τα κέρδη του εφοπλιστικού κεφαλαίου και των εταιρειών καυσίμων, να καταργήσει το Χρηματιστήριο της Ενέργειας, να μειώσει έστω τον υπέρογκο φόρο καυσίμων, να βάλει κάποιες μονάδες λιγνίτη σε λειτουργία, να δώσει αυξήσεις στο εισόδημα των εργαζομένων.
Αναδεικνύονται ξανά κι εδώ οι δυο «Ελλάδες». Αυτή του εφοπλιστικού κεφαλαίου, των μονοπωλίων καυσίμων που αυξάνουν τα κέρδη τους και από τον πόλεμο, που την υπηρετεί η κυβέρνηση και η άλλη του εργαζόμενου λαού, που θα κληθεί να πληρώσει με κάθε τρόπο τα σπασμένα του πολέμου.
Μπροστά σε αυτά τα εφιαλτικά σενάρια, τι άλλο μένει για τους λαούς, από το να αγωνιστούν ενάντια σε κάθε συμμετοχή-εμπλοκή στους πολέμους των ιμπεριαλιστών, να αναπτύξουν την αλληλεγγύη τους στους λαούς που δέχονται την επίθεση, στον Ιρανικό, στον Παλαιστινιακό λαό, να δυναμώσουν τον αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό τους αγώνα, να παλέψουν για Ειρήνη, Εθνική Ανεξαρτησία και Λευτεριά.



















