Νέα επιστημονική μελέτη του Πανεπιστημίου Πειραιώς ρίχνει φως στις πραγματικές οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις της ελληνικής βιομηχανίας ιχθυοκαλλιέργειας, αποκαλύπτοντας ένα τοπίο που χαρακτηρίζεται από χαμηλή συνεισφορά στην οικονομία, υψηλή εξάρτηση από επιδοτήσεις και απουσία αναπτυξιακής δυναμικής. Παρά την αύξηση της παραγωγής κατά 31% την περίοδο 2015–2023, ο κλάδος συνεισέφερε μόλις 0,35% στο ΑΕΠ το 2023, χωρίς να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας τα τελευταία 21 χρόνια.
Χαμηλή απασχόληση παρά τις υψηλές ενισχύσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, οι θέσεις εργασίας στον κλάδο μειώθηκαν από 4.146 το 2002 σε 4.099 το 2023, αντιστοιχώντας μόλις στο 0,1% του εργατικού δυναμικού της χώρας. Παράλληλα, οι ιχθυοκαλλιέργειες έχουν λάβει επιδοτήσεις άνω των €250 εκατ. από το 2014 έως το 2027.
Η ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Πειραιώς, χρησιμοποιώντας οικονομετρικό μοντέλο εισροών–εκροών, κατέδειξε ότι για κάθε 1 εκατ. ευρώ επιπλέον ζήτησης δημιουργούνται μόλις 18 νέες θέσεις εργασίας — αριθμός χαμηλότερος από τον εθνικό μέσο όρο (22) και σημαντικά μικρότερος σε σχέση με τον τουρισμό (25,8). Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία 22 χρόνια δεν έχει καταγραφεί καμία αύξηση στην απασχόληση, γεγονός που καταδεικνύει, όπως αναφέρει η μελέτη, «την πλήρη αναντιστοιχία μεταξύ δημόσιας χρηματοδότησης και πραγματικών οικονομικών αποτελεσμάτων».
Οικονομική ευαλωτότητα και καθυστερήσεις στις υποχρεώσεις προς το Δημόσιο
Πάνω από τα δύο τρίτα των ενοικίων που οφείλονται στο Δημόσιο παραμένουν ανείσπρακτα, ενώ ο κλάδος εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από δύο είδη ψαριών — τσιπούρα και λαβράκι — τα οποία αντιστοιχούν στο 85% της αξίας παραγωγής. Αυτή η μονοκαλλιέργεια καθιστά τον τομέα ευάλωτο σε ασθένειες, περιβαλλοντικές πιέσεις και διακυμάνσεις της αγοράς.
Η Avramar στο επίκεντρο της συζήτησης
Η μελέτη αναφέρεται και στην οικονομική κατάσταση της Avramar, της μεγαλύτερης εταιρείας του κλάδου, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, υψηλά χρέη και συνεχιζόμενες κρατικές ενισχύσεις διάσωσης. Οι εργαζόμενοι της εταιρείας έχουν προχωρήσει σε κινητοποιήσεις, διαμαρτυρόμενοι για τη στασιμότητα των μισθών εδώ και 15 χρόνια.
Ανεπαρκής συμβολή στην περιφερειακή ανάπτυξη
Παρά την αύξηση της παραγωγής, η ιχθυοκαλλιέργεια δεν έχει συνεισφέρει ουσιαστικά στην περιφερειακή ανάπτυξη. Όπως σημειώνεται στη μελέτη, «η επιμονή σε μεγάλες επενδύσεις σε έναν τομέα που έχει υποαποδώσει για δύο δεκαετίες δεν είναι απλώς αναποτελεσματική — είναι κατάχρηση δημόσιας εμπιστοσύνης και πόρων».
Κάλεσμα για αναθεώρηση στρατηγικής και βιώσιμες επενδύσεις
Η ερευνητική ομάδα καλεί την Πολιτεία να αναθεωρήσει τη στρατηγική της, δίνοντας προτεραιότητα σε τομείς που αποδεδειγμένα δημιουργούν θέσεις εργασίας και συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη, όπως η τεχνολογία, η πράσινη οικονομία και οι αποκαταστατικές μορφές υδατοκαλλιέργειας.
Η επιστημονική υπεύθυνη της μελέτης, Δρ. Γεωργία Ζούνη, δήλωσε: «Τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα: μιλάμε για έναν κλάδο που εξαρτάται υπερβολικά από επιδοτήσεις, δημιουργεί περιορισμένα οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες και συνοδεύεται από σοβαρές περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις».
Από την πλευρά του, ο Δρ. Τριαντάφυλλος Πνευματικός πρόσθεσε ότι «η ανάλυση δείχνει την ανάγκη για έναν πραγματικά βιώσιμο σχεδιασμό, με σεβασμό στις τοπικές κοινωνίες, ίσες ευκαιρίες απασχόλησης και αυστηρό έλεγχο στη χρήση δημόσιων πόρων».
Σχετικά με τη μελέτη
Η μελέτη με τίτλο «Economic Impacts of Greek Finfish Aquaculture» εκπονήθηκε από ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Πειραιώς υπό την καθοδήγηση της Δρ. Γεωργίας Ζούνη και του Δρ. Τριαντάφυλλου Πνευματικού. Χρηματοδοτήθηκε από το Rauch Foundation με στόχο την ενίσχυση της ανεξάρτητης επιστημονικής γνώσης και του δημόσιου διαλόγου γύρω από το μέλλον της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας.


















