Σημαντικές αλλαγές στον τρόπο ανάπτυξης του τουρισμού στη Θεσπρωτία φέρνει το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό, το οποίο βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση έως και τη Δευτέρα 25 Μαΐου 2026 και αναμένεται να επηρεάσει άμεσα τις μελλοντικές επενδύσεις, τη δόμηση και τη χρήση γης στην περιοχή.
Η Θεσπρωτία εμφανίζεται στο νέο σχέδιο ως μία από τις περιοχές όπου προωθείται κυρίως η ήπια και εναλλακτική τουριστική ανάπτυξη, με έμφαση στον φυσιολατρικό, παραθαλάσσιο, πολιτιστικό και περιπατητικό τουρισμό, ενώ αποφεύγεται το μοντέλο μαζικής τουριστικής εκμετάλλευσης που εφαρμόζεται σε κορεσμένους προορισμούς της χώρας.
Η παράκτια ζώνη της Πάργας και οι περιοχές που γειτνιάζουν με το παραλιακό μέτωπο προς τα όρια της Πρέβεζας εντάσσονται στις «αναπτυγμένες περιοχές» (Β), όπου προβλέπεται αυξημένο όριο αρτιότητας στα 12 στρέμματα για νέες εκτός σχεδίου τουριστικές μονάδες. Στις περιοχές αυτές δίνεται προτεραιότητα στην αναβάθμιση υφιστάμενων καταλυμάτων και στον περιορισμό της άναρχης δόμησης, καθώς θεωρούνται ζώνες με αυξανόμενη τουριστική πίεση και έντονη εποχική επιβάρυνση.
Αντίθετα, μεγάλο μέρος της Θεσπρωτίας, ιδιαίτερα οι ορεινές και ημιορεινές περιοχές των Φιλιατών, του Σουλίου και της ενδοχώρας, εντάσσεται στις «περιοχές πρώιμης ανάπτυξης» (Δ). Εκεί διατηρείται όριο αρτιότητας 8 στρεμμάτων και ενθαρρύνονται μικρότερης κλίμακας επενδύσεις που συνδέονται με αγροτουρισμό, οικοτουρισμό, δραστηριότητες φύσης και αξιοποίηση πολιτιστικών διαδρομών και παραδοσιακών οικισμών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις δυνατότητες ανάπτυξης περιπατητικού και φυσιολατρικού τουρισμού, αξιοποιώντας το εκτεταμένο δίκτυο μονοπατιών, τις ορεινές διαδρομές, τα ποτάμια και τις προστατευόμενες περιοχές της Θεσπρωτίας. Το νέο χωροταξικό συνδέεται ουσιαστικά και με τα έργα ανάδειξης πεζοπορικών διαδρομών που ήδη προωθούνται σε δήμους της περιοχής, όπως ο Δήμος Φιλιατών.
Παράλληλα, η περιοχή Σουλίου – Αχέροντα αντιμετωπίζεται ως ζώνη με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πολιτιστικού και εναλλακτικού τουρισμού, λόγω του ιστορικού, φυσικού και περιβαλλοντικού της αποθέματος. Στις περιοχές αυτές το σχέδιο δίνει έμφαση σε ήπιες υποδομές, μικρές μονάδες φιλοξενίας και δραστηριότητες που σχετίζονται με τη φύση, την ιστορία και τον ποταμό Αχέροντα.
Η Θεσπρωτία περιλαμβάνει επίσης εκτεταμένες περιοχές Natura και ευαίσθητα οικοσυστήματα, γεγονός που οδηγεί σε αυστηρότερους περιορισμούς ως προς τη χωροθέτηση μεγάλων τουριστικών εγκαταστάσεων. Σε αρκετές περιπτώσεις προβλέπεται υποχρεωτική αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας πριν από την έγκριση νέων επενδύσεων, ιδιαίτερα σε παραθαλάσσιες ζώνες και περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι προβλέψεις για το παραλιακό μέτωπο Ηγουμενίτσας – Πλαταριάς – Συβότων, όπου το νέο πλαίσιο επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην τουριστική ανάπτυξη και την προστασία του φυσικού τοπίου. Στην περιοχή καταγράφεται τα τελευταία χρόνια αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον για ξενοδοχειακές μονάδες, τουριστικές κατοικίες και υποδομές θαλάσσιου τουρισμού.
Το νέο χωροταξικό δίνει παράλληλα βαρύτητα στις ειδικές μορφές τουρισμού που μπορούν να αναπτυχθούν στη Θεσπρωτία, όπως ο θαλάσσιος τουρισμός, ο καταδυτικός, ο γαστρονομικός και ο πολιτιστικός τουρισμός, ενώ επιδιώκεται και η σύνδεση του τουρισμού με την τοπική παραγωγή και τα προϊόντα της περιοχής.
Παράλληλα, προβλέπεται περιορισμός της ανεξέλεγκτης εκτός σχεδίου δόμησης και ενθάρρυνση της αξιοποίησης υφιστάμενων κτιρίων και παραδοσιακών οικισμών, ώστε να περιοριστεί η διάχυση της τουριστικής ανάπτυξης σε ευαίσθητες φυσικές περιοχές.
Το νέο πλαίσιο αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τα επόμενα χρόνια τον τρόπο με τον οποίο θα σχεδιάζονται τουριστικές επενδύσεις στη Θεσπρωτία, αλλά και τη συζήτηση γύρω από τα όρια της τουριστικής ανάπτυξης, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου ήδη καταγράφεται αυξανόμενη πίεση από οικοδομική δραστηριότητα, βραχυχρόνιες μισθώσεις και μεταβολές στις χρήσεις γης.
Τι γίνεται σε όλη την Ήπειρο
Η Ήπειρος εμφανίζεται στο νέο σχέδιο ως μία από τις περιφέρειες όπου προωθείται κυρίως η ήπια και εναλλακτική τουριστική ανάπτυξη, με ιδιαίτερη έμφαση στον ορεινό, φυσιολατρικό, πολιτιστικό και γαστρονομικό τουρισμό, ενώ αποφεύγεται το μοντέλο της μαζικής δόμησης που κυριαρχεί σε κορεσμένους νησιωτικούς προορισμούς.
Στην κατηγορία των «αναπτυγμένων περιοχών» (Β) εντάσσονται η Πρέβεζα, η Πάργα και παράκτιες ζώνες της δυτικής Ηπείρου, όπου ο τουρισμός παρουσιάζει ήδη έντονη δυναμική. Για τις περιοχές αυτές το νέο πλαίσιο προβλέπει αυξημένο όριο αρτιότητας στα 12 στρέμματα για νέες εκτός σχεδίου τουριστικές μονάδες, ενώ ενθαρρύνεται κυρίως η ποιοτική αναβάθμιση υφιστάμενων υποδομών και η ανάπτυξη ειδικών μορφών τουρισμού.
Η Πάργα και η παράκτια ζώνη Πρέβεζας θεωρούνται περιοχές που τα τελευταία χρόνια δέχονται ολοένα και μεγαλύτερη τουριστική πίεση, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες, γεγονός που συνδέεται με αυξημένες ανάγκες σε νερό, κυκλοφορία, στάθμευση και διαχείριση απορριμμάτων. Για τον λόγο αυτό, το νέο χωροταξικό επιχειρεί να θέσει πιο αυστηρούς κανόνες στη μελλοντική εκτός σχεδίου ανάπτυξη.
Στις «αναπτυσσόμενες περιοχές» (Γ) εντάσσονται τα Ζαγοροχώρια και περιοχές με αυξανόμενη τουριστική δραστηριότητα, όπου το όριο αρτιότητας διαμορφώνεται στα 8 στρέμματα. Το νέο πλαίσιο επιδιώκει να ενισχύσει οργανωμένες και ήπιες μορφές ανάπτυξης, με έμφαση στον περιπατητικό τουρισμό, τις δραστηριότητες φύσης, τη σύνδεση με τα τοπικά προϊόντα και τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής ταυτότητας των οικισμών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις περιοχές «πρώιμης ανάπτυξης» (Δ), όπου εντάσσονται τμήματα της Θεσπρωτίας, των Τζουμέρκων και της ορεινής Ηπείρου. Εκεί το χωροταξικό επιχειρεί να δημιουργήσει αναπτυξιακές δυνατότητες μέσω μικρότερης κλίμακας επενδύσεων και εναλλακτικών μορφών τουρισμού, αποφεύγοντας όμως τη μαζική τουριστική εκμετάλλευση.
Για τις περιοχές αυτές προωθούνται μοντέλα οικοτουρισμού, αγροτουρισμού, ορεινού και πολιτιστικού τουρισμού, καθώς και η αξιοποίηση παραδοσιακών οικισμών, μονοπατιών, ιστορικών διαδρομών και εγκαταλελειμμένων κτιρίων. Στο επίκεντρο βρίσκεται η προσπάθεια σύνδεσης του τουρισμού με το φυσικό περιβάλλον και την τοπική παραγωγή, χωρίς έντονη αλλοίωση του χαρακτήρα των περιοχών.
Παράλληλα, το Ζαγόρι, τα Τζουμέρκα και άλλες ορεινές περιοχές της Ηπείρου εντάσσονται και στις «περιοχές ειδικής ανάπτυξης» (Ε), λόγω της ιδιαίτερης φυσικής και πολιτιστικής τους αξίας. Στις περιοχές αυτές προβλέπονται ειδικές κατευθύνσεις για ανάπτυξη δραστηριοτήτων όπως ο ορειβατικός, φυσιολατρικός, πολιτιστικός και θρησκευτικός τουρισμός, αλλά και για τη δημιουργία υποδομών που σχετίζονται με μονοπάτια, υπαίθριες δραστηριότητες και ήπιες μορφές φιλοξενίας.
Το νέο χωροταξικό δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα και στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος της Ηπείρου, καθώς πολλές περιοχές εμπίπτουν σε ζώνες Natura ή διαθέτουν ευαίσθητα οικοσυστήματα. Για τον λόγο αυτό, σε αρκετές περιπτώσεις προβλέπονται αυστηρότεροι όροι δόμησης, περιορισμοί στην εκτός σχεδίου ανάπτυξη και υποχρεωτική αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας πριν από την έγκριση μεγάλων επενδύσεων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύνδεση του νέου χωροταξικού με τα υπό εξέλιξη τοπικά πολεοδομικά σχέδια και τις στρατηγικές τουριστικής ανάπτυξης των δήμων της Ηπείρου. Οι νέες κατευθύνσεις αναμένεται να επηρεάσουν μελλοντικές επενδύσεις σε ξενοδοχειακές μονάδες, τουριστικές κατοικίες, οργανωμένους υποδοχείς τουρισμού και αξιοποίηση παραθαλάσσιων και ορεινών εκτάσεων.
Παράλληλα, δεν αποκλείεται να ανοίξει νέα συζήτηση στην Ήπειρο σχετικά με τα όρια της τουριστικής ανάπτυξης, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου ήδη καταγράφονται πιέσεις από τη βραχυχρόνια μίσθωση, την αυξανόμενη οικοδομική δραστηριότητα και τη μεταβολή της χρήσης γης.
Η δημόσια διαβούλευση του νέου χωροταξικού αναμένεται να απασχολήσει το επόμενο διάστημα αυτοδιοικητικούς φορείς, επαγγελματίες του τουρισμού, τεχνικά επιμελητήρια και περιβαλλοντικές οργανώσεις, καθώς για πρώτη φορά επιχειρείται τόσο αναλυτική χωρική κατηγοριοποίηση του τουριστικού μοντέλου της Ηπείρου και συνολικά της ελληνικής περιφέρειας.



















