Ήταν ερειπωμένη μέχρι τώρα η Μονή Διχουνίου, απ’ όπου ξεκίνησε την αποτυχημένη επανάστασή του εναντίον των Τούρκων ο Παραμυθιώτης στην καταγωγή επίσκοπος (καθηρημένος τότε) Διονύσιος Τρίκκης, και ο ναός της είχε υποστεί μεγάλες ζημιές από τη φθορά του χρόνου.
Πλέον γίνονται αναστηλωτικά έργα, που θα την “ξαναζωντανέψουν” και θα αναδείξουν την παλαιά αίγλη της.
Ο προϋπολογισμός του έργου ανέρχεται σε 400.000 ευρώ και σύμφωνα με τις υποδείξεις της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων απαιτήθηκε επίσπευση των εργασιών, δεδομένου ότι ο ναός παρουσίαζε σοβαρότατα προβλήματα.
Έχουν προγραμματιστεί εργασίες στερεωτικές, αλλά και συντήρησης των αγιογραφιών.
Είναι ανάγκη να αναδειχθεί αυτή η Μονή και να προσελκύει προσκυνητές, ώστε το πνευματικό μήνυμα της πίστης και της λευτεριάς, που από τα βάθη των χρόνων μεταφέρει και μεταδίδει να μην σβήσει…
Η ΜΟΝΗ ΔΙΧΟΥΝΙΟΥ
Τέσσερα χιλιόμετρα μετά το Ραδοβίζι, στο δρόμο που οδηγεί προς το Σενίκο, βρίσκεται το ιστορικό μοναστήρι του αγίου Δημητρίου Διχουνίου.
Στο σημείο, που είναι χτισμένο το μοναστήρι, σμίγουν δύο χούνες και απ’ αυτές ονομάστηκε Διχούνη ή Ντιχούνι ή Ντουχάν.
Ο χρόνος της ίδρυσης του είναι άγνωστος, αλλά σε αυτό μόνασε ο επίσκοπος Τρίκκης Διονύσιος ο Φιλόσοφος και από εκεί ξεκίνησε την επανάσταση του 1611, η αποτυχία της οποίας οδήγησε στην καταστροφή του και την αρπαγή της περιουσίας και των κειμηλίων του.
Σύμφωνα με εντοιχισμένη με κεραμίδια χρονολογία, αριστερά και πάνω από την πόρτα του καθολικού του, το σημερινό καθολικό χτίστηκε το 1763 στην ίδια μάλλον τοποθεσία, που άλλοτε ήταν και το παλιό.
Πρωτοκτήτορες του μοναστηριού ήταν οι ιερομόναχοι Ζαχαρίας και Άνθιμος, οι οποίοι εικονίζονται στο δυτικό τοίχο του πρόναου (νότιο μέρος).
Στην εικόνα του κυρίως κτήτορα Ζαχαρία, ο οποίος απεικονίζεται να κρατάει στα χέρια του την εκκλησία, υπάρχει η επιγραφή «Ζαχαρίας ιερομόναχος και ηγούμενος του μοναστηριού και κτήτωρ της αγίας μονής ταύτης», ενώ σ’ αυτή του Ανθίμου η επιγραφή: «Άνθιμος ιερομόναχος και ευημερεύοντος της αγίας μονής ταύτης».
Αντίθετη, ωστόσο, άποψη έχουν ο Βασ. Πετρόπουλος, ο οποίος υποστηρίζει, στηριζόμενος στην στην παράδοση των περίοικων χωριών, ότι το παλιό μοναστήρι βρισκόταν δύο με τρία χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του σημερινού και ο Θεοφάνης Αγγελίδης, ο οποίος μας πληροφορεί, ότι το σημερινό μοναστήρι απέχει χίλια μέτρα από παλιό, που ήταν αντίπερα στη θέση «Βελέικα» στο Στραγανέτσι.
Από το Μοναστήρι αυτό ξεκίνησε την επανάστασή του ο Διονύσιος ο φιλόσοφος, που είχε λάβει ικανή μόρφωση, γι’ αυτό λεγόταν και φιλόσοφος.
Έζησε κατά τον ΙΣΤ’ αιώνα και ήταν επίσκοπος Τρίκκης της Θεσσαλίας.
Ωνομάσθηκε “Σκυλόσοφος” και “Κακοδιονύσιος” για την αποτυχία του κινήματος κατά των Τούρκων.
Ο Διονύσιος, μετά από την καθαίρεσή του από επίσκοπος Τρίκκης, λόγω της πρώτης λαϊκής εξέργεσης, που οργάνωσε, εναντίον της τουρκοκρατίας, το 1601, και αφού περιπλανήθηκε σε διάφορα μέρη του εξωτερικού και της Ελλάδας, ως απλός μοναχός εγκαταστάθηκε στη μονή του Αγίου Δημητρίου του Διχούνη στη Θεσπρωτία (τώρα η περιοχή ανήκει στα Ιωάννινα).
Κατόρθωσε να εξεγείρει τους χωρικούς της Παραμυθιάς, του Σουλίου και του Μαλακασίου της Πίνδου σε επανάσταση κατά των Τούρκων κατακτητών.
Ο φιλόπατρις ρασοφόρος, επικεφαλής 800 αόπλων χωρικών, με μαχαίρια και αξίνες, ξεκίνησε κατά των Ιωαννίνων.
Τη νύχτα της 11ης Σεπτεμβρίου 1611 μπήκαν στα Γιάννινα, κατέσφαξαν Τούρκους και πυρπόλησαν το κτήριο του τοπάρχου Οσμάν πασά. Η συνέχεια ήταν φρικτή για τον ελληνισμό.
Οι Τούρκοι ξεπέρασαν την ταραχή και τον φόβο τους, οπλίστηκαν και δολοφόνησαν, όχι μόνον τους επαναστάτες, αλλά και πολλούς Χριστιανούς της πόλης.
Το κίνημα καταπνίγηκε στο αίμα. Ο Διονύσιος απέμεινε μόνος και κατέφυγε κάτω από το ναό του αγίου Ιωάννου (αργότερα τζαμί Ασλάν πασά), που υπάρχει σπήλαιο, το οποίο μέχρι σήμερα λέγεται «τρύπα του Σκυλόσοφου».
Το χρονικό αναφέρει ότι προδόθηκε από Εβραίους και συνελήφθη από τους Τούρκους.
Τα αποτελέσματα του άδοξου αυτού εγχειρήματος ήταν ο ίδιος ο Διονύσιος να γδαρεί ζωντανός, ενώ το δέρμα του το γέμισαν με άχυρο και το περιέφεραν από πόλη σε πόλη, μέχρι και αυτή την Κωνσταντινούπολη το μετέφεραν.
Η μονή Διχουνίου καταστράφηκε εντελώς και τα μετόχιά της λεηλατήθηκαν. Πολλοί Χριστιανοί εντελώς άσχετοι και αθώοι εκτελέστηκαν ως δήθεν μυημένοι στην κίνηση.
Ο ΚΑΤΑΔΙΩΓΜΕΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Ο καταδιωγμένος επίσκοπος Διονύσιος, «Φιλόσοφο», τον λέγανε οι φίλοι του, λόγω της μεγάλης μόρφωσής του, «Σκυλόσοφο» οι οχτροί του, (Έλληνες και Τούρκοι, που τον μοχθούσαν για την επαναστατική του δράση), βρήκε καταφύγιο, μετά από πολλές και οδυνηρές περιπλανήσεις, εκεί, απ’ όπου ξεκίνησε ως απλός μοναχός, στη Μονή Διχουνίου.
Οργώνει τον εαυτό του, αναζητώντας την αλήθεια, που φωλιάζει εντός του. Επιθυμεί να νικήσει τον εαυτό του, γιατί βάλθηκε να νικήσει τη ζωή. Και έδωσε πρώτα τη μάχη μαζί του. Λευτερώθηκε εσωτερικά.
Μια φωνή αυστηρή μέσα του, αυτή που νωρίτερα είχε γίνει ο νομοθέτης του εαυτού του, τον σπρώχνει να ψάξει για μια συγκεκριμένη πραγματοποίηση. Ποθεί να δοθεί και να σώσει, έστω και αν ο ίδιος δεν σωθεί. Να προσφερθεί από υπευθυνότητα, που πάντα του θυμίζει την ανυπαρξία του σαν ξεμακραίνει από τον άνθρωπο, αλλά και από αυθόρμητη αγάπη. Από εκείνη την αγνή αγάπη, που θεμελιώνει, χωρίς να δημιουργεί υποχρεώσεις και δικαιώματα.
Τόξερε, ναι τόξερε καλά πως αυτός, που προσπαθεί άλλους να οδηγήσει πρέπει νάναι ικανός να στερηθεί πολλά… Ακόμη και την ίδια τη ζωή του. Καιγόταν να προχωρήσει. Μα μια, που το ανέβασμα το έβλεπε ως χρέος, έπρεπε να στερηθεί πολλά.
Τον μεθάει η ευωδιά της απελευθέρωσης, που ξεπηδάει από την άβυσσο της λογικής και ανεβαίνει…, ώσπου αραιώνει πάνω από την Ήπειρο, φανερώνοντας τη δουλεία της. Έτσι η θέλησή του τινάζεται ολόθρη. Και μια, που η θέληση είναι η συνειδητή απόφαση, ξεκινάει…
Γύρω γύρω από το Μοναστήρι και ακόμη παραπέρα, ίσα με την Παραμυθιά, φτωχά χωράφια βολεμένα σε πεζούλια και γίδες, που κρεμνιούνται πάνω σε γκρεμνούς. Εδώ ένας κόσμος δίνει την παρουσία του με το αχολόγημα των κυπριών, με το γαύγισμα των σκυλιών και το χύσιμο του ιδρώτα στην καλλιέργεια της πέτρας. Μα η πούλια, δεν φέγγει πιο καθάρια σ’ άλλους ουρανούς. Αυτοί οι άνθρωποι είναι παρόντες σε κάθε εθνική προσταγή και σε κάθε εντολή της συνείδησής τους. Το γνωρίζει αυτό ο Διονύσιος…
Νύχτα της 10ης Σεπτεμβρίου προς την 11η Σεπτεμβρίου του 1611. Χίλιοι εκατό άνδρες από 70 περίπου χωριά της Θεσπρωτίας, κινούνται μέσα στα δάση με αγροτικά εργαλεία στα χέρια, από το ιστορικό Μοναστήρι στο Διχούνι προς τα Ιωάννινα. Για να κάνουν Επανάσταση εναντίον των Τούρκων. Επικεφαλής, λοιπόν, της επαναστατικής πομπής ο Μητροπολίτης Τρίκκης Διονύσιος.
Με ενθουσιασμό ξεκινά την Επανάστασή του. Η πυρκαγιά της ελευθερίας καίει μέσα του, για να απομείνει σε λίγες ώρες η στάχτη της. Αυτό τον προστάζει η εσωτερική φωνή του να κάνει, αυτό κάνει. Για να σταματήσει να στάζει το δάκρυ του ραγιά και να κελαρύζει η σκλαβιά.
Εμψυχώνει τα παλληκάρια του: «Προχωρήστε και μην λυγίζετε και μη φοβάστε από τίποτε. Πολεμάμε για να ελευθερώσουμε το λαό από τα βάσανα. Θα νικήσουμε. Μα και νικημένοι, νικητές θα είμαστε». Η ελπίδα του και το σχέδιό του είναι να σαρώσει τον αντίπαλο… Δεν λείπει, όμως, από μέσα του και η σκιά της ήττας. Μα τι σημασία έχει..
Έτσι βαδίζει με αποφασιστικότητα, κρατώντας ψηλά το λάβαρο της δικαιοσύνης και της τιμιότητας. Η κραυγή του σκλαβωμένου χώματος, λευτερώνει τόσα πράγματα μέσα του. Η αιχμαλωσία της γης του τον καίει βουβά.
Μέσα τους νιώθουν κάτι να ανάβει, μια δύναμη, που τους σπρώχνει να κρατήσουν σε τρικυμισμένες ώρες τη σημαία ψηλά. Την ίδια στιγμή η νύχτα κυριαρχεί και τους περικυκλώνει. Μισονυσταγμένοι περπατούν, αλλά ξυπνούν για τα καλά, καθώς ακούγονται τα πρώτα ψιθυρίσματα και το λεπτό τραγούδι της φθινοπωρινής ασθενικής βροχής, που όλο και δυναμώνει.
Ο Διονύσιος, κρυφομιλώντας, προσεύχεται στο Θεό: Κάνε να ξεπεράσω, του λέει, το κάθε εμπόδιο, το κάθε αγκαθωτό σύνορο. Έτσι θα λείψει από μένα ο πυρήνας της δυστυχίας. Ξέρει πως υπάρχει ο Θεός, γι’ αυτό και απευθύνεται τούτη τη δύσκολη ώρα σ’ Αυτόν, ξέρει πως τον περιμένει εκεί, που σβήνει ο δρόμος, σε μια γωνιά. Αυτή η αναμονή είναι κιόλας μια γεύση του Θεού. Ο Διονύσιος και οι συμμαχητές του περπατούν μέσα στην ερημιά και ο Θεός, που Τον ψηλαφούν, τους παραμονεύει εκεί, που σβήνουν οι δρόμοι…
Προσεύχεται και στους προγόνους: Βοηθήστε να μην κάνω πίσω, να ξαναδοκιμάσω στις αποτυχίες και να μην αναπαύομαι στις νίκες. Ο δρόμος, που παίρνει, ζητούσε νάχει τη χαίτη ενός περήφανου αλόγου και την ιαχή του λιονταριού. Και τα έχει… Αλλά τελικά δεν αποδείχθηκαν αρκετά, για να αποφύγει το τρεμούλιασμα του καταποντισμού.
Ο παιάνας είναι νικητήριος στις καρδιές τους. Είναι αποφασισμένοι να υπομείνουν περισσότερο από το γύπα, που τους τρώει τα σωθικά. Είναι και αυτό μια άλλη αρετή τους. Έτσι πλάθεται και το όνειρό τους για την πατρίδα και την ατομική αξιοπρέπεια. Το λικνίζουν στον ίδιο ρυθμό όλες οι γενιές. Και μόνιμα απ’ αυτό το όνειρο σκορπίζεται ένα λαμπερό φως.
Πριν ξημερώσει, στις 11 Σεπτεμβρίου, οι Έλληνες Επαναστάτες του Διονυσίου φθάνουν στα Γιάννινα και ορμούν εναντίον των Τούρκων στην Καλούτσιανη, όπου έκαψαν το Διοικητήριο και στο πάρα ένα γλίτωσε ο Ασλάν πασάς. Όμως οι πύλες του Κάστρου δεν άνοιξαν και το πρωί οι Τούρκοι έκαναν αντεπίθεση, με καβαλάρηδες και πεζούς καλά οπλισμένους στρατιώτες και «τσαλαπάτησαν» τους σχεδόν άοπλους μαχητές του Διονυσίου!
Οι δύο Παραμυθιώτες υπαρχηγοί ο Γιώργος και ο Λάμπρος Ντελής, θανατώνονται με φρικτό τρόπο! Τον Γιώργο Ντελή τον σταυρώνουν και τον καίνε ζωντανό δημόσια! Τον Λάμπρο, αφού του κατακρεουργούν το πρόσωπο, τον καίνε επίσης ζωντανό! Άλλους 200 τους σφάζουν σαν αρνιά. Οι υπόλοιποι προλαβαίνουν και κρύβονται στα βουνά.
Όχι, όμως, και ο Διονύσιος, ο πολέμαρχος, που έσμιξε τόσο αρμονικά το σταυρό και το όπλο, που ήθελε να μετακινήσει κάμπους και βουνά, για να πετύχει το σκοπό του. Ο θάνατος, που πλησιάζει, γίνεται γι’ αυτόν μια πηγή δημιουργίας και στοχασμού. Υψώνει τότε το βλέμμα του στον ουρανό και μέσα στη βροχή των αστεριών ψιθυρίζει: «Ευλογημένη νάσαι ελεύθερη ζωή! Θα πάρω επάνω μου την ευθύνη σου».
Έσκαψε να φυτέψει την Ειρήνη και την Αλήθεια, μα τον βρήκε η οδύνη και όλα έσταξαν τον πόνο. Η καρδιά του σκεπάστηκε με το χιτώνα της θλίψης. Μαζί του και ολάκερη η πολιτεία. Όλα νέκρωσαν…
Γύρω του ανάψαν φωτιές οι οχτροί και καίνε σπίτια. Οι γλώσσες τους ζώνουν τη βουβή και πένθιμη πόλη. Η ελπίδα ξεραίνεται, Η γκρίζα στάχτη απλώνεται και όλα γίνονται κουρνιαχτός. Πλησιάζει η θύελλα του θανάτου.
Μάχεται να κρατηθεί στη φουρτούνα. Είναι μόνος και δεν νιώθει ανάγκη από βοήθεια. Τα σύννεφα πυκνώνουν και χαμηλώνουν πάνω στην Παμβώτιδα. Στις λαμπερές αστραπές βλέπει το μαυρισμένο ουρανό να καθρεφτίζεται στα νερά και τη βαρκούλα της ψυχής του να σέρνεται στα σύννεφα.
Μετά από τρεις ημέρες, που κρυβόταν σε μια σπηλιά, τον πιάνουν οι Τούρκοι και τον έγδαραν ζωντανό, σέρνοντάς τον στους δρόμους της πόλης. Η ψυχή του, όμως, ολάνθιστη ατένιζε στους όμορφους ορίζοντες της λευτεριάς, που ήρθε 210 χρόνια αργότερα. Καθυστέρησε, αλλά ξεπρόβαλε μέσα από μια οδυνηρή ανάβαση.
Στο γαλάκτωμα της ημέρας τα βουνά φαίνονται βιολετιά. Το δροσερό αγέρι, που μόλις αρχίζει, σκορπίζει την αγάπη για την υψηλή έννοια της πατρίδας. Όλα είναι μια ιδέα, που υλοποιείται όχι με την πρόσκληση στη βία, αλλά με την άμυνα στην επιβολή της τυραννίας. Όλα είναι μια ευλογημένη ανάταση μιας πατρίδας, που θέλει να αναπνεύσει…
π. Ηλίας Μάκος


















