Η νέα ευρωπαϊκή έκθεση αναγνωρίζει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Η επόμενη μάχη δεν θα κριθεί στις ανακοινώσεις, αλλά στην καθημερινότητα του πολίτη.
Του Σωτήρη Γιάκη
737 ημέρες.
Τόσο χρειαζόταν κατά μέσο όρο το 2024 για να εκδικαστεί σε πρώτο βαθμό μια αστική ή εμπορική διαφορά στην Ελλάδα.
Περισσότερα από δύο χρόνια.
Για μια επιχείρηση που περιμένει να λυθεί μια διαφορά, μια οικογένεια που διεκδικεί το δίκιο της ή έναν πολίτη απέναντι σε ισχυρότερο αντίδικο, αυτό δεν είναι απλώς δικαστική καθυστέρηση.
Είναι ανασφάλεια. Είναι οικονομικό κόστος. Είναι απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Η ψήφιση ενός νόμου είναι η αρχή μιας μεταρρύθμισης, όχι η απόδειξη της επιτυχίας της. Οι πολίτες δεν ζουν μέσα στους νόμους που ψηφίζονται. Ζουν με τα αποτελέσματα που αυτοί παράγουν.
Αυτό είναι το ουσιαστικό μήνυμα της Έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, η οποία δημοσιεύθηκε στις 17 Ιουλίου 2026.
Η έκθεση δεν δικαιολογεί ούτε κυβερνητικούς πανηγυρισμούς ούτε αντιπολιτευτική καταστροφολογία. Αναγνωρίζει πραγματική πρόοδο, αλλά και προβλήματα που δεν καλύπτονται πλέον πίσω από νέους νόμους, πλατφόρμες και σχέδια δράσης.
Η πραγματική πολιτική διαχωριστική γραμμή δεν βρίσκεται ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, αλλά ανάμεσα στην πολιτική των ανακοινώσεων και στην πολιτική των αποτελεσμάτων.
Από τη νομοθέτηση στο αποτέλεσμα
Στη Δικαιοσύνη έχουν γίνει ουσιαστικές παρεμβάσεις: προχωρά η ψηφιοποίηση, ενισχύεται το ανθρώπινο δυναμικό, εφαρμόζεται ο νέος δικαστικός χάρτης και μεταφέρονται ορισμένες διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας σε δικηγόρους και συμβολαιογράφους.
Στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ο εκτιμώμενος χρόνος έκδοσης οριστικής απόφασης μειώθηκε από τις 1.422 στις 513 ημέρες, ενώ το ποσοστό διεκπεραίωσης αυξήθηκε από το 87,5% στο 100,8%.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι μεταρρυθμίσεις μπορούν να αποδώσουν όταν εφαρμόζονται με συνέχεια, διοικητική υποστήριξη και αξιολόγηση. Δεν επιτρέπουν, όμως, εφησυχασμό.
Σε εθνικό επίπεδο, οι 737 ημέρες παραμένουν η μεγαλύτερη διάρκεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ το ποσοστό διεκπεραίωσης των σχετικών υποθέσεων μειώθηκε στο 81%.
Η υπεύθυνη πολιτική αναγνωρίζει τι βελτιώθηκε, μετρά πού η μεταρρύθμιση δεν απέδωσε και παρεμβαίνει ξανά.
Η διαφθορά δεν αντιμετωπίζεται μόνο με μητρώα
Το ίδιο κριτήριο ισχύει και στη μάχη κατά της διαφθοράς.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει την ολοκλήρωση του Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου Καταπολέμησης της Διαφθοράς 2022–2025 και τη θέσπιση του νομικού πλαισίου για το ψηφιακό μητρώο υποθέσεων διαφθοράς, που αναμένεται να λειτουργήσει από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Χαρακτηρίζει, όμως, περιορισμένη την πρόοδο στις διώξεις και στις τελεσίδικες αποφάσεις, ακόμη και σε υποθέσεις διαφθοράς υψηλού επιπέδου.
Ένα ακόμη μητρώο δεν αρκεί. Ένα ακόμη σχέδιο δράσης δεν αρκεί.
Μια υπόθεση διαφθοράς δεν αντιμετωπίζεται επειδή καταγράφεται ηλεκτρονικά, αλλά όταν ερευνάται αποτελεσματικά, ολοκληρώνεται σε εύλογο χρόνο και οδηγεί, όπου υπάρχουν αποδείξεις, σε τελεσίδικη απόφαση.
Η αξιοπιστία του συστήματος κρίνεται από το αν ο νόμος εφαρμόζεται με την ίδια αυστηρότητα απέναντι στον αδύναμο και στον ισχυρό – στον άγνωστο πολίτη και στον άνθρωπο με πολιτική, οικονομική ή κοινωνική επιρροή.
Διαφάνεια χωρίς εξαιρέσεις
Στην άσκηση πίεσης από οργανωμένα συμφέροντα υπάρχει θεσμικό πλαίσιο, αλλά η εφαρμογή του παραμένει περιορισμένη. Τον Μάρτιο του 2026 οι εγγεγραμμένοι εκπρόσωποι συμφερόντων ήταν μόλις 35, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά διεύρυνση του πλαισίου και ουσιαστική εφαρμογή των κανόνων.
Η διαφάνεια δεν εξαντλείται σε μια πλατφόρμα. Ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει ποιος συναντά την εξουσία, ποιο συμφέρον εκπροσωπεί, για ποιο ζήτημα παρεμβαίνει και ποια απόφαση επιδιώκει να επηρεάσει.
Η ίδια απαίτηση διαφάνειας και ανεξαρτησίας αφορά και την ενημέρωση.
Στα μέσα ενημέρωσης καταγράφονται θετικές παρεμβάσεις: ενισχύεται το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, βελτιώνεται η διαφάνεια στην κρατική διαφήμιση και εκσυγχρονίζεται η διακυβέρνηση των δημόσιων μέσων.
Παραμένουν, όμως, ανησυχίες για την πολιτική ανεξαρτησία τους, την ασφάλεια των δημοσιογράφων και την προστασία τους από καταχρηστικές αγωγές.
Ο δημοσιογράφος δεν χρειάζεται προνομιακή μεταχείριση· χρειάζεται να ερευνά την εξουσία χωρίς να απειλείται με οικονομική και επαγγελματική εξόντωση.
Ένας δημόσιος λογαριασμός αποτελεσμάτων
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ακόμη μία γενική εξαγγελία.
Η Ελλάδα χρειάζεται έναν δημόσιο και εξαμηνιαίο Πίνακα Αποτελεσμάτων για το Κράτος Δικαίου, με σαφείς δείκτες, συγκεκριμένους στόχους και πολιτική λογοδοσία.
Δεν χρειάζεται νέος φορέας, νέα πλατφόρμα ή νέα γραφειοκρατική δομή. Χρειάζεται να συγκεντρώνονται και να δημοσιοποιούνται, με ενιαίο και κατανοητό τρόπο, τα δεδομένα που ήδη παράγει το κράτος.
Ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει:
- πόσο χρόνο χρειάζεται κάθε δικαστήριο για να εκδώσει απόφαση,
- πόσες υποθέσεις εισέρχονται και πόσες ολοκληρώνονται,
- πόσες σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς οδηγούνται σε τελεσίδικη κρίση,
- πόσο γρήγορα συμμορφώνεται η διοίκηση με τις δικαστικές αποφάσεις,
- ποιοι ασκούν οργανωμένη επιρροή και για ποιο αντικείμενο.
Μαζί με τα στοιχεία πρέπει να δημοσιεύονται οι στόχοι, οι αποκλίσεις και οι διορθωτικές ενέργειες.
Γιατί ό,τι δεν μετριέται εύκολα εξωραΐζεται. Και ό,τι δεν αξιολογείται σπάνια διορθώνεται.
Ούτε η κυβέρνηση μπορεί να μετατρέπει κάθε θετική αναφορά σε πιστοποιητικό ολοκλήρωσης ούτε η αντιπολίτευση να μηδενίζει κάθε αποδεδειγμένη βελτίωση.
Καμία πλευρά δεν πρέπει να κρύβεται από τα μετρήσιμα αποτελέσματα.
Η υπεύθυνη στάση είναι σαφής:
Μικρότεροι χρόνοι απονομής της Δικαιοσύνης.
Περισσότερες τελεσίδικες αποφάσεις σε σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς.
Πλήρης διαφάνεια στην άσκηση επιρροής.
Ουσιαστική προστασία των δημοσιογράφων και των ανεξάρτητων αρχών.
Η Ελλάδα έχει ξεκινήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Τώρα πρέπει να αποδείξει ότι αποδίδουν.
Γιατί το κράτος δικαίου δεν είναι κομματικό τρόπαιο, αντιπολιτευτικό όπλο ή εικόνα για τις Βρυξέλλες.
Είναι η καθημερινή αξιοπιστία της Δημοκρατίας απέναντι στους πολίτες της.
Πηγή στοιχείων: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Έκθεση του 2026 για το κράτος δικαίου – Κεφάλαιο για την Ελλάδα, 17 Ιουλίου 2026.



















