Μικτή εικόνα παρουσιάζει η τουριστική και επισιτιστική δραστηριότητα στη Θεσπρωτία για το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνική Στατιστική Αρχή, με τα καταλύματα να εμφανίζουν ανθεκτικότητα και την εστίαση να καταγράφει οριακή αλλά θετική μεταβολή, σε αντίθεση με τη γενικότερη πτωτική τάση που επικρατεί σε αρκετές περιοχές της χώρας.
Σε πανελλαδικό επίπεδο, ο κύκλος εργασιών των καταλυμάτων αυξήθηκε κατά 3,3% το 2025, ενώ η εστίαση υπέστη μείωση 3,4%, γεγονός που αναδεικνύει τη διαφοροποίηση μεταξύ διαμονής και κατανάλωσης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Θεσπρωτία κινήθηκε πιο ήπια, αποφεύγοντας έντονες διακυμάνσεις.
Συγκεκριμένα, στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσπρωτίας ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων παροχής καταλυμάτων διαμορφώθηκε σε 24,241 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας μικρή πτώση της τάξης του 0,8% σε σύγκριση με το 2024. Η επίδοση αυτή θεωρείται σχετικά σταθερή, ειδικά αν συγκριθεί με άλλους δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς της χώρας που παρουσίασαν σημαντικές απώλειες.
Στον τομέα της εστίασης, η εικόνα είναι ελαφρώς πιο αισιόδοξη. Ο τζίρος στη Θεσπρωτία αυξήθηκε κατά 0,5%, σε μια χρονιά όπου πολλές περιοχές – ακόμη και με έντονη τουριστική δραστηριότητα – κατέγραψαν αισθητή υποχώρηση. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι, παρά τις πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα και το αυξημένο λειτουργικό κόστος, η τοπική αγορά καταφέρνει να συγκρατήσει την κατανάλωση.
Η σύγκριση με τις υπόλοιπες Περιφερειακές Ενότητες της Ηπείρου ενισχύει την εικόνα σταθερότητας της Θεσπρωτίας. Στα Ιωάννινα, για παράδειγμα, τα καταλύματα παρουσίασαν οριακή μείωση, ενώ η εστίαση υποχώρησε αισθητά. Αντίθετα, στη Θεσπρωτία η μικρή αύξηση στον επισιτιστικό κλάδο λειτουργεί ως «αντίβαρο» στις πιέσεις που δέχεται ο τουρισμός συνολικά.
Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι για τη Θεσπρωτία το στοίχημα της επόμενης περιόδου δεν είναι μόνο η διατήρηση των διανυκτερεύσεων, αλλά και η ενίσχυση της συνολικής δαπάνης του επισκέπτη στην τοπική αγορά. Σε μια περιοχή όπου η εστίαση και οι μικρές επιχειρήσεις αποτελούν βασικό πυλώνα της οικονομίας, η σύνδεση του τουρισμού με την πραγματική κατανάλωση παραμένει το κρίσιμο ζητούμενο.

















